Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξάφνου

/ˈksa.fnu/επίρρημα
•
  1. λογοτεχνικόξαφνικά, εξαίφνης, απροειδοποίητα Βικιλεξικό
    • Που ξάφνου σού τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια | (Κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τώ Βαϊώνε!
    • παρακολουθούσε συναρπασμένος την προέλασή τους. Τὰ πέρασαν τὰ σύνορα! Φτάσανε στη Δράμα! Φτάσανε στην Καβάλα! -Αὔριο θάναι στη Θεσσαλονίκη - πανηγύριζε ὁ λαός. Όλοι νοιώθαμε μιὰ ἐγγύηση σ' αὐτὴ τὴν προέλαση. Καὶ ξάφνου! Τὰ σοβιετικά στρατεύματα ὄχι μόνο στη Θεσσαλονίκη δεν έφτασαν, αλλά μαθαίνουμε, αποσύρθηκαν ξανά πέρα απ' τα σύνορα. (Μήτσος Ν. Δημητρίου-Νικηφόρος, Αντάρτες στα βουνά της Ρούμελης: Χρονικό 1930-1944, τόμος 3, 1965, σελ. 339)

Ετυμολογία

ξάφνου < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξάφνου

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →