ξέζεμα
•
- το να λύνει κάποιος από το ζυγό το άλογο, το βόδι ή άλλο ζώο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξέζεμα < ξεζεύω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέζεμα | ξεζέματα |
| Γενική | ξεζέματος | ξεζεμάτων |
| Αιτιατική | ξέζεμα | ξεζέματα |
| Κλητική | ξέζεμα | ξεζέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →