ξένοιαστος
•
- που ζει χωρίς έγνοιες, αμέριμνος Βικιλεξικό
- Τα χρόνια εκείνα, που γίνονται τούτα που γράφω, οι άνθρωποι με όλες τους τις μιζέριες ζούσαν ξένοιαστοι, μ' ένα τρόπο. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε [αναμνήσεις], 1974)
- Ήταν πάντα ξένοιαστος, πάντα γελαστός, πάντα αισιόδοξος. Τέλειος ζαμανφουτίστας με δυο έντονα πάθη : τον έρωτα και τη φιλοσοφική φλυαρία. (Χρήστος Κολύβας, Μετανάστες στον άλλο κόσμο, Αληθινές διηγήσεις, εκδ. Καστανιώτη, 1996)
Ετυμολογία
ξένοιαστος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξένοιαστος < ξέγνοιαστος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξένοιαστος | ξένοιαστη | ξένοιαστο |
| Γενική | ξένοιαστου | ξένοιαστης | ξένοιαστου |
| Αιτιατική | ξένοιαστο | ξένοιαστη | ξένοιαστο |
| Κλητική | ξένοιαστε | ξένοιαστη | ξένοιαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξένοιαστοι | ξένοιαστες | ξένοιαστα |
| Γενική | ξένοιαστων | ξένοιαστων | ξένοιαστων |
| Αιτιατική | ξένοιαστους | ξένοιαστες | ξένοιαστα |
| Κλητική | ξένοιαστοι | ξένοιαστες | ξένοιαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →