ξενοιάζω
•
- απαλλάσσομαι/ανακουφίζομαι από την διεκπεραίωση όλων των υποχρεώσεων και των ευθυνών μου και απολαμβάνω την ανεμελιά μου (για όσο διαρκέσει) Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: ξεγνοιάζω
Ετυμολογία
ξενοιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξενοιάζω, κυρίως από τον μέσο τύπο ξενοιάζομαι < ξε- στερητικό + νοιάζομαι / ἔννοι(α) με ορθογραφική απλοποίηση + -άζω, -άζομαι. → δείτε και τη λέξη ξεγνοιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξενοιάζω | ξενοιάζεις | ξενοιάζει | ξενοιάζουμε | ξενοιάζετε | ξενοιάζουν / ξενοιάζουνε |
| Παρατατικός | ξένοιαζα | ξένοιαζες | ξένοιαζε | ξενοιάζαμε | ξενοιάζατε | ξένοιαζαν / ξενοιάζαν / ξενοιάζανε |
| Αόριστος | ξένοιασα | ξένοιασες | ξένοιασε | ξενοιάσαμε | ξενοιάσατε | ξένοιασαν / ξενοιάσαν / ξενοιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξενοιάζω / θα ξενοιάσω | θα ξενοιάζεις / θα ξενοιάσεις | θα ξενοιάζει / θα ξενοιάσει | θα ξενοιάζουμε / θα ξενοιάσουμε | θα ξενοιάζετε / θα ξενοιάσετε | θα ξενοιάζουν / θα ξενοιάζουνε / θα ξενοιάσουν / θα ξενοιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξενοιάσει | έχεις ξενοιάσει | έχει ξενοιάσει | έχουμε ξενοιάσει | έχετε ξενοιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξενοιάσει | είχες ξενοιάσει | είχε ξενοιάσει | είχαμε ξενοιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξενοιάσει / να ξενοιάζω / να ξενοιάσω | να έχεις ξενοιάσει / να ξενοιάζεις / να ξενοιάσεις | να έχει ξενοιάσει / να ξενοιάζει / να ξενοιάσει | να έχουμε ξενοιάσει / να ξενοιάζουμε / να ξενοιάσουμε | να έχετε ξενοιάσει / να ξενοιάζετε / να ξενοιάσετε | να ξενοιάζουν / να ξενοιάζουνε / να ξενοιάσουν / να ξενοιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξένοιαζε / ξένοιασε | — | — | ξενοιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξενοιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →