Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξέρακας

/ˈkse.ɾa.kas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ξερό δέντρο Βικιλεξικό
    • Εδώ (στα τραγούδια του Κάτω κόσμου) η ανάσταση διατυπώνεται μόνο μέσα από το μοτίβο του «αδύνατου», δηλαδή του παντελώς ανέφικτου, «όταν ανθίσει ο ξέρακας και βγάλει νια βλαστάρια / κι όταν ασπρίσει ο κόρακας και γένει περιστέρι». (εφημερίδαΤο Βήμα])
  2. ξερός τόπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξέρακας < ξερ(ός) + -ακας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξέρακαςξέρακες
Γενικήξέρακα—
Αιτιατικήξέρακαξέρακες
Κλητικήξέρακαξέρακες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →