ξέρακας
•
- ξερό δέντρο Βικιλεξικό
- Εδώ (στα τραγούδια του Κάτω κόσμου) η ανάσταση διατυπώνεται μόνο μέσα από το μοτίβο του «αδύνατου», δηλαδή του παντελώς ανέφικτου, «όταν ανθίσει ο ξέρακας και βγάλει νια βλαστάρια / κι όταν ασπρίσει ο κόρακας και γένει περιστέρι». (εφημερίδαΤο Βήμα])
- ξερός τόπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξέρακας < ξερ(ός) + -ακας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέρακας | ξέρακες |
| Γενική | ξέρακα | — |
| Αιτιατική | ξέρακα | ξέρακες |
| Κλητική | ξέρακα | ξέρακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →