ξέσκεπος
•
- ασκεπής, χωρίς σκεπή, σε εκτεθειμένο χώρο Βικιλεξικό
- Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό (Οδυσσέας Ελύτης, "Το Μονόγραμμα")
- Η τρικυμία εξακολουθεί. Εφθάσαμεν, αυθέντα μου καλέ μου. Έμβα μέσα. Την νύκτα, εις τα ξέσκεπα, με τόσην τρικυμίαν, δεν είναι άνθρωπος ν' αντέχη ("Βασιλιάς Λήρ", μετάφραση Δημ. Βικέλα)
- ξεσκέπαστος Βικιλεξικό
- Θα πουντιάσεις αν κοιμηθείς ξέσκεπος στη βεράντα, ρίξε ένα σεντόνι επάνω σου
- σε κοινή θέα, φανερωμένος, ακάλυπτος, αποκαλυμμένος Βικιλεξικό
- δεν αποτρελλαίνεται ο κόσμος εκεί με τέτοια φυσικά νανουρίσματα κι ονειριάσματα, παρά κοιτάζει την ωριόφαντη τη φύση καθώς κοπέλλα κοιτάζει τα ξέσκεπα κάλλη της στον καθρέφτη. (Αργύρης Εφταλιώτης, "Η Μαζώχτρα")
- Κάθε φορά που ήθελεν έβγει από το παλάτι της διά να υπάγη εις καμμίαν περιδιάβασιν έβγαινε ξέσκεπη εις το πρόσωπον (Παραμύθια της Χαλιμάς, έκδοση 1921, Μιχ. Σαλίβερου)
- χωρίς καπέλο Βικιλεξικό
- κι εκρέμασαν λυπητερά και παραπονεμένα μπροστά στην εικόνα τα ξέσκεπα κεφάλια τους με τους μακριούς και μαύρους τσαμπάδες (Κώστας Κρυστάλλης, "Η εικόνα")
Ετυμολογία
ξέσκεπος < ξεσκεπάζω ή ξεσκέπαστος ή κατ' άλλη θεωρία αντιστρόφως, δηλαδή το ξεσκεπάζω από το ξέσκεπος < ξε στερητικό και σκέπη
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέσκεπος | ξέσκεπη | ξέσκεπο |
| Γενική | ξέσκεπου | ξέσκεπης | ξέσκεπου |
| Αιτιατική | ξέσκεπο | ξέσκεπη | ξέσκεπο |
| Κλητική | ξέσκεπε | ξέσκεπη | ξέσκεπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέσκεποι | ξέσκεπες | ξέσκεπα |
| Γενική | ξέσκεπων | ξέσκεπων | ξέσκεπων |
| Αιτιατική | ξέσκεπους | ξέσκεπες | ξέσκεπα |
| Κλητική | ξέσκεποι | ξέσκεπες | ξέσκεπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →