Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξέσκεπος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ασκεπής, χωρίς σκεπή, σε εκτεθειμένο χώρο Βικιλεξικό
    • Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό (Οδυσσέας Ελύτης, "Το Μονόγραμμα")
    • Η τρικυμία εξακολουθεί. Εφθάσαμεν, αυθέντα μου καλέ μου. Έμβα μέσα. Την νύκτα, εις τα ξέσκεπα, με τόσην τρικυμίαν, δεν είναι άνθρωπος ν' αντέχη ("Βασιλιάς Λήρ", μετάφραση Δημ. Βικέλα)
  2. ξεσκέπαστος Βικιλεξικό
    • Θα πουντιάσεις αν κοιμηθείς ξέσκεπος στη βεράντα, ρίξε ένα σεντόνι επάνω σου
  3. σε κοινή θέα, φανερωμένος, ακάλυπτος, αποκαλυμμένος Βικιλεξικό
    • δεν αποτρελλαίνεται ο κόσμος εκεί με τέτοια φυσικά νανουρίσματα κι ονειριάσματα, παρά κοιτάζει την ωριόφαντη τη φύση καθώς κοπέλλα κοιτάζει τα ξέσκεπα κάλλη της στον καθρέφτη. (Αργύρης Εφταλιώτης, "Η Μαζώχτρα")
    • Κάθε φορά που ήθελεν έβγει από το παλάτι της διά να υπάγη εις καμμίαν περιδιάβασιν έβγαινε ξέσκεπη εις το πρόσωπον (Παραμύθια της Χαλιμάς, έκδοση 1921, Μιχ. Σαλίβερου)
  4. χωρίς καπέλο Βικιλεξικό
    • κι εκρέμασαν λυπητερά και παραπονεμένα μπροστά στην εικόνα τα ξέσκεπα κεφάλια τους με τους μακριούς και μαύρους τσαμπάδες (Κώστας Κρυστάλλης, "Η εικόνα")

Ετυμολογία

ξέσκεπος < ξεσκεπάζω ή ξεσκέπαστος ή κατ' άλλη θεωρία αντιστρόφως, δηλαδή το ξεσκεπάζω από το ξέσκεπος < ξε στερητικό και σκέπη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξέσκεποςξέσκεπηξέσκεπο
Γενικήξέσκεπουξέσκεπηςξέσκεπου
Αιτιατικήξέσκεποξέσκεπηξέσκεπο
Κλητικήξέσκεπεξέσκεπηξέσκεπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξέσκεποιξέσκεπεςξέσκεπα
Γενικήξέσκεπωνξέσκεπωνξέσκεπων
Αιτιατικήξέσκεπουςξέσκεπεςξέσκεπα
Κλητικήξέσκεποιξέσκεπεςξέσκεπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →