ξέφωτος
•
- σπάνιοπου είναι πολύ φωτεινός, που φωτίζει ή φωτίζεται σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοξέφωτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξέφωτος < μεσαιωνική ελληνική ξέφωτος < ἐκφωτίζω < (ελληνιστική κοινή) < ἐκ + φωτίζω < αρχαία ελληνική φάος / φῶς < πρωτοελληνική *pʰáos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰéh₂os < *bʰeh₂- (φωτίζω, λάμπω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέφωτος | ξέφωτη | ξέφωτο |
| Γενική | ξέφωτου | ξέφωτης | ξέφωτου |
| Αιτιατική | ξέφωτο | ξέφωτη | ξέφωτο |
| Κλητική | ξέφωτε | ξέφωτη | ξέφωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέφωτοι | ξέφωτες | ξέφωτα |
| Γενική | ξέφωτων | ξέφωτων | ξέφωτων |
| Αιτιατική | ξέφωτους | ξέφωτες | ξέφωτα |
| Κλητική | ξέφωτοι | ξέφωτες | ξέφωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →