Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξέχωρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ξεχωρίζει, είναι χώρια, σε μια ειδική θέση ή πάντως μακριά από άλλα ομοειδή, απομονωμένος Βικιλεξικό
  2. που είναι πολύ καλύτερος, ξεχωριστός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξέχωρος μεσαιωνική ελληνική < ξεχωρίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξέχωροςξέχωρηξέχωρο
Γενικήξέχωρουξέχωρηςξέχωρου
Αιτιατικήξέχωροξέχωρηξέχωρο
Κλητικήξέχωρεξέχωρηξέχωρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξέχωροιξέχωρεςξέχωρα
Γενικήξέχωρωνξέχωρωνξέχωρων
Αιτιατικήξέχωρουςξέχωρεςξέχωρα
Κλητικήξέχωροιξέχωρεςξέχωρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →