ξαγρυπνώ
•
- μένω άγρυπνος κατά τη διάρκεια της νύχτας μη μπορώντας ή μη θέλοντας να κοιμηθώ Βικιλεξικό
- ⌘ Γιάννης Γρυπάρης 1870-1942, «Ύπνου δάκρυα» @greek-language.gr, ποιητική συλλογή Σκαραβαῖοι καὶ τερρακόττες, Εκδ. Ι.Ν. Σιδέρης, έκδοση 2η, χ.χ. pdf @olympias Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
- Mπρόβαλε μέρα λιβανή κι ονειροξεδιαλύτρα να διώξης τα ησκιώματα του ύπνου από κοντά μου· μπρόβαλε μέρα, κοίμισε την υπνοφαντασιά μου, που ενώ κοιμούμαι ξαγρυπνά η νυχτοπαρωρίτρα.
- κάνω κάποιον άλλον να ξαγρυπνά Βικιλεξικό
- Είδα ένα θρίλερ και με ξαγρύπνησε-Με ξαγρυπνάει ο καφές
- κατ’ επέκτασηεπαγρυπνώ, έχω το νου μου όταν οι άλλοι κοιμούνται ή δεν αντιλαμβάνονται ένα πρόβλημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαγρυπνώ < ξάγρυπν(ος) + -ώ,
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαγρυπνάω / ξαγρυπνώ | ξαγρυπνάς | ξαγρυπνά / ξαγρυπνάει | ξαγρυπνάμε / ξαγρυπνούμε | ξαγρυπνάτε | ξαγρυπνάν / ξαγρυπνάνε / ξαγρυπνούν / ξαγρυπνούνε |
| Παρατατικός | ξαγρυπνούσα / ξαγρύπναγα | ξαγρυπνούσες / ξαγρύπναγες | ξαγρυπνούσε / ξαγρύπναγε | ξαγρυπνάγαμε / ξαγρυπνούσαμε | ξαγρυπνάγατε / ξαγρυπνούσατε | ξαγρυπνάγανε / ξαγρυπνούσαν / ξαγρυπνούσανε / ξαγρύπναγαν |
| Αόριστος | ξαγρύπνησα | ξαγρύπνησες | ξαγρύπνησε | ξαγρυπνήσαμε | ξαγρυπνήσατε | ξαγρυπνήσαν / ξαγρύπνησαν |
| Μέλλοντας | θα ξαγρυπνάω / θα ξαγρυπνήσω / θα ξαγρυπνώ | θα ξαγρυπνάς / θα ξαγρυπνήσεις | θα ξαγρυπνά / θα ξαγρυπνάει / θα ξαγρυπνήσει | θα ξαγρυπνάμε / θα ξαγρυπνήσουμε / θα ξαγρυπνούμε | θα ξαγρυπνάτε / θα ξαγρυπνήσετε | θα ξαγρυπνάν / θα ξαγρυπνάνε / θα ξαγρυπνούν / θα ξαγρυπνούνε |
| Υποτακτική | να ξαγρυπνάω / να ξαγρυπνήσω / να ξαγρυπνώ | να ξαγρυπνάς / να ξαγρυπνήσεις | να ξαγρυπνά / να ξαγρυπνάει / να ξαγρυπνήσει | να ξαγρυπνάμε / να ξαγρυπνήσουμε / να ξαγρυπνούμε | να ξαγρυπνάτε / να ξαγρυπνήσετε | να ξαγρυπνάν / να ξαγρυπνάνε / να ξαγρυπνούν / να ξαγρυπνούνε |
| Προστακτική | — | ξαγρύπνα / ξαγρύπναγε / ξαγρύπνησε | — | — | ξαγρυπνάτε / ξαγρυπνήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →