ξανάβω
•
- αμετάβατοαναψοκοκκινίζω Βικιλεξικό
- αμετάβατοπαθαίνω έξαψη Βικιλεξικό
- μεταβατικόδιεγείρω, ερεθίζω, εξάπτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξανάβω < αρχαία ελληνική ἐξανάπτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξανάβω | ξανάβεις | ξανάβει | ξανάβουμε | ξανάβετε | ξανάβουν / ξανάβουνε |
| Παρατατικός | ξάναβα | ξάναβες | ξάναβε | ξανάβαμε | ξανάβατε | ξάναβαν / ξανάβαν / ξανάβανε |
| Αόριστος | ξάναψα | ξάναψες | ξάναψε | ξανάψαμε | ξανάψατε | ξάναψαν / ξανάψαν / ξανάψανε |
| Μέλλοντας | θα ξανάβω / θα ξανάψω | θα ξανάβεις / θα ξανάψεις | θα ξανάβει / θα ξανάψει | θα ξανάβουμε / θα ξανάψουμε | θα ξανάβετε / θα ξανάψετε | θα ξανάβουν / θα ξανάβουνε / θα ξανάψουν / θα ξανάψουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξανάψει | έχεις ξανάψει | έχει ξανάψει | έχουμε ξανάψει | έχετε ξανάψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξανάψει | είχες ξανάψει | είχε ξανάψει | είχαμε ξανάψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξανάψει / να ξανάβω / να ξανάψω | να έχεις ξανάψει / να ξανάβεις / να ξανάψεις | να έχει ξανάψει / να ξανάβει / να ξανάψει | να έχουμε ξανάψει / να ξανάβουμε / να ξανάψουμε | να έχετε ξανάψει / να ξανάβετε / να ξανάψετε | να ξανάβουν / να ξανάβουνε / να ξανάψουν / να ξανάψουνε |
| Προστακτική | — | ξάναβε / ξάναψε | — | — | ξανάβετε / ξανάψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →