ξανακούω
•
- ακούω και πάλι Βικιλεξικό
- θέλω να ξανακούσω το μήνυμα, δεν κατάλαβα τι ακριβώς είπε
- πληροφορούμαι και πάλι Βικιλεξικό
- κάπου το ξανάκουσα αυτό!
Ετυμολογία
ξανακούω < ξανά + ακούω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξανακούω | ξανακούς | ξανακούει | ξανακούμε | ξανακούτε | ξανακούνε |
| Παρατατικός | ξανάκουγα | ξανάκουγες | ξανάκουγε | ξανακούγαμε | ξανακούγατε | ξανάκουγαν / ξανακούγανε |
| Αόριστος | ξανάκουσα | ξανάκουσες | ξανάκουσε | ξανακούσαμε | ξανακούσατε | ξανάκουσαν / ξανακούσαν / ξανακούσανε |
| Μέλλοντας | θα ξανακούσω / θα ξανακούω | θα ξανακούς / θα ξανακούσεις | θα ξανακούει / θα ξανακούσει | θα ξανακούμε / θα ξανακούσουμε | θα ξανακούσετε / θα ξανακούτε | θα ξανακούνε / θα ξανακούσουν / θα ξανακούσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξανακούσει | έχεις ξανακούσει | έχει ξανακούσει | έχουμε ξανακούσει | έχετε ξανακούσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξανακούσει | είχες ξανακούσει | είχε ξανακούσει | είχαμε ξανακούσει | είχατε ξανακούσει | — |
| Υποτακτική | να έχω ξανακούσει / να ξανακούσω / να ξανακούω | να έχεις ξανακούσει / να ξανακούς / να ξανακούσεις | να έχει ξανακούσει / να ξανακούει / να ξανακούσει | να έχουμε ξανακούσει / να ξανακούμε / να ξανακούσουμε | να έχετε ξανακούσει / να ξανακούσετε / να ξανακούτε | να ξανακούνε / να ξανακούσουν / να ξανακούσουνε |
| Προστακτική | — | ξανάκουγε / ξανάκουσε | — | — | ξανακούετε / ξανακούστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →