Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξανανιώνω

ρήμα
•
  1. αναζωογονούμαι, αισθάνομαι και πάλι νέος Βικιλεξικό
    • Με τη δεύτερη γυναίκα του ξανάνιωσε ο άνθρωπος. Η πρώτη τον είχε μαραζώσει
  2. για αφηρημένες έννοιες, ξαναζωντανεύει ακμαία κάτι, γίνεται πάλι ζωηρό και νέο Βικιλεξικό
    • που την ξαναζωντάνεψαν χιλιόζωες λαχτάρες και ξανανιώνει μέσα της κάθε παλιό ρημάδι (Δημητρός Μ. Δημητριάδης "Άνοιξη")

Ετυμολογία

ξανανιώνω < ξανά + νιώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξανανιώνωξανανιώνειςξανανιώνειξανανιώνουμεξανανιώνετεξανανιώνουν / ξανανιώνουνε
Παρατατικόςξανάνιωναξανάνιωνεςξανάνιωνεξανανιώναμεξανανιώνατεξανάνιωναν / ξανανιώναν / ξανανιώνανε
Αόριστοςξανάνιωσαξανάνιωσεςξανάνιωσεξανανιώσαμεξανανιώσατεξανάνιωσαν / ξανανιώσαν / ξανανιώσανε
Μέλλονταςθα ξανανιώνω / θα ξανανιώσωθα ξανανιώνεις / θα ξανανιώσειςθα ξανανιώνει / θα ξανανιώσειθα ξανανιώνουμε / θα ξανανιώσουμεθα ξανανιώνετε / θα ξανανιώσετεθα ξανανιώνουν / θα ξανανιώνουνε / θα ξανανιώσουν / θα ξανανιώσουνε
Παρακείμενοςέχω ξανανιώσειέχεις ξανανιώσειέχει ξανανιώσειέχουμε ξανανιώσειέχετε ξανανιώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξανανιώσειείχες ξανανιώσειείχε ξανανιώσειείχαμε ξανανιώσει——
Υποτακτικήνα έχω ξανανιώσει / να ξανανιώνω / να ξανανιώσωνα έχεις ξανανιώσει / να ξανανιώνεις / να ξανανιώσειςνα έχει ξανανιώσει / να ξανανιώνει / να ξανανιώσεινα έχουμε ξανανιώσει / να ξανανιώνουμε / να ξανανιώσουμενα έχετε ξανανιώσει / να ξανανιώνετε / να ξανανιώσετενα ξανανιώνουν / να ξανανιώνουνε / να ξανανιώσουν / να ξανανιώσουνε
Προστακτική—ξανάνιωνε / ξανάνιωσε——ξανανιώνετε / ξανανιώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →