ξαναχτίζω
•
- χτίζω και πάλι, ξανά Βικιλεξικό
- Μετά τον σεισμό, το χωριό ξαναχτίστηκε λίγο πιο μακριά.
- μεταφορικάαναπτύσσω εκ νέου, αναδημιουργώ Βικιλεξικό
- Θέλει να ξαναχτίσει την ζωή του.
Ετυμολογία
ξαναχτίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξανακτίζω. Μορφολογικά αναλύεται σε ξανα- + χτίζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαναχτίζω | ξαναχτίζεις | ξαναχτίζει | ξαναχτίζουμε | ξαναχτίζετε | ξαναχτίζουν / ξαναχτίζουνε |
| Παρατατικός | ξανάχτιζα | ξανάχτιζες | ξανάχτιζε | ξαναχτίζαμε | ξαναχτίζατε | ξανάχτιζαν / ξαναχτίζαν / ξαναχτίζανε |
| Αόριστος | ξανάχτισα | ξανάχτισες | ξανάχτισε | χανακτίσαμε | χανακτίσατε | ξανάχτισαν / χανακτίσαν / χανακτίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξαναχτίζω / θα χανακτίσω | θα ξαναχτίζεις / θα χανακτίσεις | θα ξαναχτίζει / θα ξαναχτιστεί / θα χανακτίσει | θα ξαναχτίζουμε / θα χανακτίσουμε | θα ξαναχτίζετε / θα χανακτίσετε | θα ξαναχτίζουν / θα ξαναχτίζουνε / θα χανακτίσουν / θα χανακτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χανακτίσει | έχεις χανακτίσει | έχει χανακτίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χανακτίσει | είχες χανακτίσει | είχε χανακτίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χανακτίσει / να ξαναχτίζω / να χανακτίσω | να έχεις χανακτίσει / να ξαναχτίζεις / να χανακτίσεις | να έχει χανακτίσει / να ξαναχτίζει / να ξαναχτιστεί / να χανακτίσει | να ξαναχτίζουμε / να χανακτίσουμε | να ξαναχτίζετε / να χανακτίσετε | να ξαναχτίζουν / να ξαναχτίζουνε / να χανακτίσουν / να χανακτίσουνε |
| Προστακτική | — | ξανάχτιζε / ξανάχτισε | — | — | ξαναχτίζετε / ξαναχτίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξαναχτίστηκεξαναχτίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →