Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξαναχτίζω

/ksa.naˈxti.zo/ρήμα
•
  1. χτίζω και πάλι, ξανά Βικιλεξικό
    • Μετά τον σεισμό, το χωριό ξαναχτίστηκε λίγο πιο μακριά.
  2. μεταφορικάαναπτύσσω εκ νέου, αναδημιουργώ Βικιλεξικό
    • Θέλει να ξαναχτίσει την ζωή του.

Ετυμολογία

ξαναχτίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξανακτίζω. Μορφολογικά αναλύεται σε ξανα- + χτίζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξαναχτίζωξαναχτίζειςξαναχτίζειξαναχτίζουμεξαναχτίζετεξαναχτίζουν / ξαναχτίζουνε
Παρατατικόςξανάχτιζαξανάχτιζεςξανάχτιζεξαναχτίζαμεξαναχτίζατεξανάχτιζαν / ξαναχτίζαν / ξαναχτίζανε
Αόριστοςξανάχτισαξανάχτισεςξανάχτισεχανακτίσαμεχανακτίσατεξανάχτισαν / χανακτίσαν / χανακτίσανε
Μέλλονταςθα ξαναχτίζω / θα χανακτίσωθα ξαναχτίζεις / θα χανακτίσειςθα ξαναχτίζει / θα ξαναχτιστεί / θα χανακτίσειθα ξαναχτίζουμε / θα χανακτίσουμεθα ξαναχτίζετε / θα χανακτίσετεθα ξαναχτίζουν / θα ξαναχτίζουνε / θα χανακτίσουν / θα χανακτίσουνε
Παρακείμενοςέχω χανακτίσειέχεις χανακτίσειέχει χανακτίσει———
Υπερσυντέλικοςείχα χανακτίσειείχες χανακτίσειείχε χανακτίσει———
Υποτακτικήνα έχω χανακτίσει / να ξαναχτίζω / να χανακτίσωνα έχεις χανακτίσει / να ξαναχτίζεις / να χανακτίσειςνα έχει χανακτίσει / να ξαναχτίζει / να ξαναχτιστεί / να χανακτίσεινα ξαναχτίζουμε / να χανακτίσουμενα ξαναχτίζετε / να χανακτίσετενα ξαναχτίζουν / να ξαναχτίζουνε / να χανακτίσουν / να χανακτίσουνε
Προστακτική—ξανάχτιζε / ξανάχτισε——ξαναχτίζετε / ξαναχτίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ξαναχτίστηκεξαναχτίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →