ξαπόδεμα
•
- λαογραφίατο «λύσιμο» τού αμποδέματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαπόδεμα < εξ + απόδεμα < αποδένω + -μα < αρχαία ελληνική ἀποδέω / ἀποδῶ < δέω / δῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξαπόδεμα | ξαποδέματα |
| Γενική | ξαποδέματος | ξαποδεμάτων |
| Αιτιατική | ξαπόδεμα | ξαποδέματα |
| Κλητική | ξαπόδεμα | ξαποδέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →