ξαρτόδεμα
•
- ναυτικός όροςο κόμπος που χρησιμοποιείται για την επανένωση των δυο τμημάτων ενός ξαρτιού (ή και άλλου σχοινιού) πλοίου που έχει κοπεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαρτόδεμα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξαρτόδεμα | ξαρτοδέματα |
| Γενική | ξαρτοδέματος | ξαρτοδεμάτων |
| Αιτιατική | ξαρτόδεμα | ξαρτοδέματα |
| Κλητική | ξαρτόδεμα | ξαρτοδέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →