ξεβγάζω
•
- συνοδεύω κάποιον έξω από (ένα σπίτι, κλπ) Βικιλεξικό
- ξεπλένω για να φύγουν τα σαπούνια από κάτι που σαπούνισα Βικιλεξικό
- προφορικόγια κάποιον που έχει εμπειρίες και έχει αποκτήσει γνώση για τη ζωή και είναι σε θέση να αντεπεξέλθει σε δύσκολες καταστάσεις· ειδικότερα για γυναίκα που έχει πολλές ερωτικές εμπειρίες χρησιμοποιείται ως μειωτικό, συνώνυμο του διαφθείρω, διακορεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεβγάζω < ξε- + βγάζω]. Συγκρίνετε με τη μεσαιωνική ελληνική ξεβγάνω (δείτε και την αρχαία ελληνική) ἐκβάλλω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →