ξεγάνωτος
•
- που του έχει φύγει το γάνωμα ή δεν είχε γάνωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεγάνωτος < ξε- + γανώνω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεγάνωτος | ξεγάνωτη | ξεγάνωτο |
| Γενική | ξεγάνωτου | ξεγάνωτης | ξεγάνωτου |
| Αιτιατική | ξεγάνωτο | ξεγάνωτη | ξεγάνωτο |
| Κλητική | ξεγάνωτε | ξεγάνωτη | ξεγάνωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεγάνωτοι | ξεγάνωτες | ξεγάνωτα |
| Γενική | ξεγάνωτων | ξεγάνωτων | ξεγάνωτων |
| Αιτιατική | ξεγάνωτους | ξεγάνωτες | ξεγάνωτα |
| Κλητική | ξεγάνωτοι | ξεγάνωτες | ξεγάνωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →