ξεγοφιάζω
•
- προκαλώ σε κάποιον εξάρθρωση του γοφού Βικιλεξικό
- καταπονώ κάποιον με μια σωματική δραστηριότητα που κουράζει τα πόδια και τους γοφούς Βικιλεξικό
- μας ξεγόφιασε στο χορό
- Πήγα να κάνω γυμναστική στα 60 τρομάρα μου και ξεγοφιάστηκα
Ετυμολογία
ξεγοφιάζω < ξε- + γοφ(ός) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεγοφιάζω | ξεγοφιάζεις | ξεγοφιάζει | ξεγοφιάζουμε | ξεγοφιάζετε | ξεγοφιάζουν / ξεγοφιάζουνε |
| Παρατατικός | ξεγόφιαζα | ξεγόφιαζες | ξεγόφιαζε | ξεγοφιάζαμε | ξεγοφιάζατε | ξεγοφιάζαν / ξεγοφιάζανε / ξεγόφιαζαν |
| Αόριστος | ξεγόφιασα | ξεγόφιασες | ξεγόφιασε | ξεγοφιάσαμε | ξεγοφιάσατε | ξεγοφιάσαν / ξεγοφιάσανε / ξεγόφιασαν |
| Μέλλοντας | θα ξεγοφιάζω / θα ξεγοφιάσω | θα ξεγοφιάζεις / θα ξεγοφιάσεις | θα ξεγοφιάζει / θα ξεγοφιάσει | θα ξεγοφιάζουμε / θα ξεγοφιάσουμε | θα ξεγοφιάζετε / θα ξεγοφιάσετε | θα ξεγοφιάζουν / θα ξεγοφιάζουνε / θα ξεγοφιάσουν / θα ξεγοφιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεγοφιάσει | έχεις ξεγοφιάσει | έχει ξεγοφιάσει | έχουμε ξεγοφιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεγοφιάσει | είχες ξεγοφιάσει | είχε ξεγοφιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεγοφιάσει / να ξεγοφιάζω / να ξεγοφιάσω | να έχεις ξεγοφιάσει / να ξεγοφιάζεις / να ξεγοφιάσεις | να έχει ξεγοφιάσει / να ξεγοφιάζει / να ξεγοφιάσει | να έχουμε ξεγοφιάσει / να ξεγοφιάζουμε / να ξεγοφιάσουμε | να ξεγοφιάζετε / να ξεγοφιάσετε | να ξεγοφιάζουν / να ξεγοφιάζουνε / να ξεγοφιάσουν / να ξεγοφιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεγόφιαζε / ξεγόφιασε | — | — | ξεγοφιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεγοφιάστηκαξεγοφιάζομαιξεγοφιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →