ξεγοφιάρης
•
- αυτός που του έχουν βγει ο/οι γοφοί, Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτός που αισθάνεται τόσο εξαντλημένος από την κούραση σαν να του έχουν εξαρθρωθεί τα μέλη του Βικιλεξικό
- (παροιμία) το πρωί ήσουν καβαλάρης και το βράδυ ξεγοφιάρης
Ετυμολογία
ξεγοφιάρης < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεγοφιάρης | ξεγοφιάρηδες |
| Γενική | ξεγοφιάρη | ξεγοφιάρηδων |
| Αιτιατική | ξεγοφιάρη | ξεγοφιάρηδες |
| Κλητική | ξεγοφιάρη | ξεγοφιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →