Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεγοφιάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που του έχουν βγει ο/οι γοφοί, Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαυτός που αισθάνεται τόσο εξαντλημένος από την κούραση σαν να του έχουν εξαρθρωθεί τα μέλη του Βικιλεξικό
    • (παροιμία) το πρωί ήσουν καβαλάρης και το βράδυ ξεγοφιάρης

Ετυμολογία

ξεγοφιάρης < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεγοφιάρηςξεγοφιάρηδες
Γενικήξεγοφιάρηξεγοφιάρηδων
Αιτιατικήξεγοφιάρηξεγοφιάρηδες
Κλητικήξεγοφιάρηξεγοφιάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →