σακάτης
•
- λαϊκότροπο ήανάπηρος ή με κατεστραμμένη υγεία Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Αύγουστος Κορτώ, 1979‑ Νεοελληνική Μυθολογία, αρχική δημοσίευση: (2016), εκδόσεις: Πατάκη, ISBN 9789601668079, @google.gr/books
Ετυμολογία
σακάτης < (άμεσο δάνειο) τουρκική sakat + -ης < αραβική سقط (saqaṭ: πέφτω, πτώση) < ρίζα س ق ط (s-q-ṭ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σακάτης | σακάτηδες |
| Γενική | σακάτη | σακάτηδων |
| Αιτιατική | σακάτη | σακάτηδες |
| Κλητική | σακάτη | σακάτηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →