ξεδιπλώνω
•
- ανοίγω κάτι που ήταν διπλωμένο, απομακρύνω κομμάτια διπλωμένου αντικειμένου χωρίς να σκιστεί Βικιλεξικό
- 1943 - ⌘ Ο Άγγελος Σικελιανός απαγγέλλει το ποίημα του «Ηχήστε οι σάλπιγγες» στην κηδεία του Παλαμά
- μεταφορικάαναπτύσσω, εμφανίζω, αποκαλύπτω Βικιλεξικό
- Κάποιες δράσεις είναι άμεσες, άλλες χρειάζονται μήνες ή χρόνια μέχρι να ξεδιπλωθούν.
Ετυμολογία
ξεδιπλώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεδιπλώνω < ξε- + διπλώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεδιπλώνω | ξεδιπλώνεις | ξεδιπλώνει | ξεδιπλώνουμε | ξεδιπλώνετε | ξεδιπλώνουν / ξεδιπλώνουνε |
| Παρατατικός | ξεδίπλωνα | ξεδίπλωνες | ξεδίπλωνε | ξεδιπλώναμε | ξεδιπλώνατε | ξεδίπλωναν / ξεδιπλώναν / ξεδιπλώνανε |
| Αόριστος | ξεδίπλωσα | ξεδίπλωσες | ξεδίπλωσε | ξεδιπλώσαμε | ξεδιπλώσατε | ξεδίπλωσαν / ξεδιπλώσαν / ξεδιπλώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεδιπλώνω / θα ξεδιπλώσω | θα ξεδιπλώνεις / θα ξεδιπλώσεις | θα ξεδιπλώνει / θα ξεδιπλώσει | θα ξεδιπλώνουμε / θα ξεδιπλώσουμε | θα ξεδιπλώνετε / θα ξεδιπλώσετε | θα ξεδιπλώνουν / θα ξεδιπλώνουνε / θα ξεδιπλώσουν / θα ξεδιπλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεδιπλώσει | έχεις ξεδιπλώσει | έχει ξεδιπλώσει | έχουμε ξεδιπλώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεδιπλώσει | είχες ξεδιπλώσει | είχε ξεδιπλώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεδιπλώσει / να ξεδιπλώνω / να ξεδιπλώσω | να έχεις ξεδιπλώσει / να ξεδιπλώνεις / να ξεδιπλώσεις | να έχει ξεδιπλώσει / να ξεδιπλώνει / να ξεδιπλώσει | να έχουμε ξεδιπλώσει / να ξεδιπλώνουμε / να ξεδιπλώσουμε | να ξεδιπλώνετε / να ξεδιπλώσετε | να ξεδιπλώνουν / να ξεδιπλώνουνε / να ξεδιπλώσουν / να ξεδιπλώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεδίπλωνε / ξεδίπλωσε | — | — | ξεδιπλώνετε / ξεδιπλώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεδιπλώθηκαξεδιπλώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →