Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεζουμίζω

ρήμα
•
  1. αφαιρώ ολοκληρωτικά τους χυμούς από έναν καρπό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάεκμεταλλεύομαι προς όφελός μου στο έπακρο τις σωματικές, πνευματικές ή άλλες δυνάμεις ενός ανθρώπου και τον αφήνω εξαντλημένο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεζουμίζω < ξε- + ζουμί + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεζουμίζωξεζουμίζειςξεζουμίζειξεζουμίζουμεξεζουμίζετεξεζουμίζουν / ξεζουμίζουνε
Παρατατικόςξεζούμιζαξεζούμιζεςξεζούμιζεξεζουμίζαμεξεζουμίζατεξεζουμίζαν / ξεζουμίζανε / ξεζούμιζαν
Αόριστοςξεζούμισαξεζούμισεςξεζούμισεξεζουμίσαμεξεζουμίσατεξεζουμίσαν / ξεζουμίσανε / ξεζούμισαν
Μέλλονταςθα ξεζουμίζω / θα ξεζουμίσωθα ξεζουμίζεις / θα ξεζουμίσειςθα ξεζουμίζει / θα ξεζουμίσειθα ξεζουμίζουμε / θα ξεζουμίσουμεθα ξεζουμίζετε / θα ξεζουμίσετεθα ξεζουμίζουν / θα ξεζουμίζουνε / θα ξεζουμίσουν / θα ξεζουμίσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεζουμίσειέχεις ξεζουμίσειέχει ξεζουμίσειέχουμε ξεζουμίσειέχετε ξεζουμίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεζουμίσειείχες ξεζουμίσειείχε ξεζουμίσειείχαμε ξεζουμίσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεζουμίσει / να ξεζουμίζω / να ξεζουμίσωνα έχεις ξεζουμίσει / να ξεζουμίζεις / να ξεζουμίσειςνα έχει ξεζουμίσει / να ξεζουμίζει / να ξεζουμίσεινα έχουμε ξεζουμίσει / να ξεζουμίζουμε / να ξεζουμίσουμενα έχετε ξεζουμίσει / να ξεζουμίζετε / να ξεζουμίσετενα ξεζουμίζουν / να ξεζουμίζουνε / να ξεζουμίσουν / να ξεζουμίσουνε
Προστακτική—ξεζούμιζε / ξεζούμισε——ξεζουμίζετε / ξεζουμίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →