ξεζουμίζω
•
- αφαιρώ ολοκληρωτικά τους χυμούς από έναν καρπό Βικιλεξικό
- μεταφορικάεκμεταλλεύομαι προς όφελός μου στο έπακρο τις σωματικές, πνευματικές ή άλλες δυνάμεις ενός ανθρώπου και τον αφήνω εξαντλημένο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεζουμίζω < ξε- + ζουμί + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεζουμίζω | ξεζουμίζεις | ξεζουμίζει | ξεζουμίζουμε | ξεζουμίζετε | ξεζουμίζουν / ξεζουμίζουνε |
| Παρατατικός | ξεζούμιζα | ξεζούμιζες | ξεζούμιζε | ξεζουμίζαμε | ξεζουμίζατε | ξεζουμίζαν / ξεζουμίζανε / ξεζούμιζαν |
| Αόριστος | ξεζούμισα | ξεζούμισες | ξεζούμισε | ξεζουμίσαμε | ξεζουμίσατε | ξεζουμίσαν / ξεζουμίσανε / ξεζούμισαν |
| Μέλλοντας | θα ξεζουμίζω / θα ξεζουμίσω | θα ξεζουμίζεις / θα ξεζουμίσεις | θα ξεζουμίζει / θα ξεζουμίσει | θα ξεζουμίζουμε / θα ξεζουμίσουμε | θα ξεζουμίζετε / θα ξεζουμίσετε | θα ξεζουμίζουν / θα ξεζουμίζουνε / θα ξεζουμίσουν / θα ξεζουμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεζουμίσει | έχεις ξεζουμίσει | έχει ξεζουμίσει | έχουμε ξεζουμίσει | έχετε ξεζουμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεζουμίσει | είχες ξεζουμίσει | είχε ξεζουμίσει | είχαμε ξεζουμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεζουμίσει / να ξεζουμίζω / να ξεζουμίσω | να έχεις ξεζουμίσει / να ξεζουμίζεις / να ξεζουμίσεις | να έχει ξεζουμίσει / να ξεζουμίζει / να ξεζουμίσει | να έχουμε ξεζουμίσει / να ξεζουμίζουμε / να ξεζουμίσουμε | να έχετε ξεζουμίσει / να ξεζουμίζετε / να ξεζουμίσετε | να ξεζουμίζουν / να ξεζουμίζουνε / να ξεζουμίσουν / να ξεζουμίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεζούμιζε / ξεζούμισε | — | — | ξεζουμίζετε / ξεζουμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →