στείβω
•
- ετυμολογική γραφή του στύβω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στείβω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στείβω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *steyb-. Δείτε και στύβω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στείβω | στείβεις | στείβει | στείβουμε | στείβετε | στείβουν / στείβουνε |
| Παρατατικός | έστειβα | έστειβες | έστειβε | στείβαμε | στείβατε | έστειβαν / στείβαν / στείβανε |
| Αόριστος | έστειψα | έστειψες | έστειψε | στείψαμε | στείψατε | έστειψαν / στείψαν / στείψανε |
| Μέλλοντας | θα στείβω / θα στείψω | θα στείβεις / θα στείψεις | θα στείβει / θα στείψει | θα στείβουμε / θα στείψουμε | θα στείβετε / θα στείψετε | θα στείβουν / θα στείβουνε / θα στείψουν / θα στείψουνε |
| Παρακείμενος | έχω στείψει | έχεις στείψει | έχει στείψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στείψει | είχες στείψει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στείψει / να στείβω / να στείψω | να έχεις στείψει / να στείβεις / να στείψεις | να έχει στείψει / να στείβει / να στείψει | να στείβουμε / να στείψουμε | να στείβετε / να στείψετε | να στείβουν / να στείβουνε / να στείψουν / να στείψουνε |
| Προστακτική | — | έχε στειμμένο / στείβε / στείψε | — | — | στείβετε / στείψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
στείβομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →