Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκάνω

ρήμα
•
  1. εξοντώνω κάποιον, τον κουράζω πολυ Βικιλεξικό
    • Με ξεκάνανε πια οι γιοί σου με τις σκανδαλιές και τις αταξίες τους
  2. λαϊκότροποσκοτώνω καποιον Βικιλεξικό
    • Τον ξέκαναν οι μαφιόζοι
  3. {παρωχημένο) και (λαϊκότροπο) "σκοτώνω" κάτι πουλώντας του σε εξευτελιστική τιμή, το πουλάω όσο-όσο, το ξεφορτώνομαι Βικιλεξικό
    • Ξέκανα τη μπιζουτιέρα της μαμάς στους γύφτους
  4. απαλλάσσομαι από φορτίο ή δουλειές Βικιλεξικό
    • Σιδέρωνα κι έπλενα όλη μέρα, αλλά τώρα είναι όλα λαμπίκο και ξέκανα
    • Τους ξόφλησα και ξέκανα πια με τις βρωμοτράπεζες

Ετυμολογία

ξεκάνω < μεσαιωνική ελληνική ξεκάνω και ξεκάμω < ξεκάμνω < ξε + κάμνω < αρχαία ελληνική ἐκκάμνω (χάνω τις δυνάμεις μου από γηρατειά, πολέμους)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεκάνωξεκάνειςξεκάνειξεκάνουμεξεκάνετεξεκάνουν / ξεκάνουνε
Παρατατικόςξέκαναξέκανεςξέκανεξεκάναμεξεκάνατεξέκαναν / ξεκάναν / ξεκάνανε
Αόριστοςξέκαναξέκανεςξέκανεξεκάναμεξεκάνατεξέκαναν / ξεκάναν / ξεκάνανε
Μέλλονταςθα ξεκάνωθα ξεκάνειςθα ξεκάνειθα ξεκάνουμεθα ξεκάνετεθα ξεκάνουν / θα ξεκάνουνε
Παρακείμενοςέχω ξεκάνειέχεις ξεκάνειέχει ξεκάνειέχουμε ξεκάνειέχετε ξεκάνειέχουν ξεκάνει
Υπερσυντέλικοςείχα ξεκάνειείχες ξεκάνειείχε ξεκάνειείχαμε ξεκάνειείχατε ξεκάνειείχαν ξεκάνει
Υποτακτικήνα έχω ξεκάνει / να ξεκάνωνα έχεις ξεκάνει / να ξεκάνειςνα έχει ξεκάνει / να ξεκάνεινα έχουμε ξεκάνει / να ξεκάνουμενα έχετε ξεκάνει / να ξεκάνετενα έχουν ξεκάνει / να ξεκάνουν / να ξεκάνουνε
Προστακτική—ξέκανε——ξεκάνετε / ξεκάντε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →