ξεκάνω
•
- εξοντώνω κάποιον, τον κουράζω πολυ Βικιλεξικό
- Με ξεκάνανε πια οι γιοί σου με τις σκανδαλιές και τις αταξίες τους
- λαϊκότροποσκοτώνω καποιον Βικιλεξικό
- Τον ξέκαναν οι μαφιόζοι
- {παρωχημένο) και (λαϊκότροπο) "σκοτώνω" κάτι πουλώντας του σε εξευτελιστική τιμή, το πουλάω όσο-όσο, το ξεφορτώνομαι Βικιλεξικό
- Ξέκανα τη μπιζουτιέρα της μαμάς στους γύφτους
- απαλλάσσομαι από φορτίο ή δουλειές Βικιλεξικό
- Σιδέρωνα κι έπλενα όλη μέρα, αλλά τώρα είναι όλα λαμπίκο και ξέκανα
- Τους ξόφλησα και ξέκανα πια με τις βρωμοτράπεζες
Ετυμολογία
ξεκάνω < μεσαιωνική ελληνική ξεκάνω και ξεκάμω < ξεκάμνω < ξε + κάμνω < αρχαία ελληνική ἐκκάμνω (χάνω τις δυνάμεις μου από γηρατειά, πολέμους)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεκάνω | ξεκάνεις | ξεκάνει | ξεκάνουμε | ξεκάνετε | ξεκάνουν / ξεκάνουνε |
| Παρατατικός | ξέκανα | ξέκανες | ξέκανε | ξεκάναμε | ξεκάνατε | ξέκαναν / ξεκάναν / ξεκάνανε |
| Αόριστος | ξέκανα | ξέκανες | ξέκανε | ξεκάναμε | ξεκάνατε | ξέκαναν / ξεκάναν / ξεκάνανε |
| Μέλλοντας | θα ξεκάνω | θα ξεκάνεις | θα ξεκάνει | θα ξεκάνουμε | θα ξεκάνετε | θα ξεκάνουν / θα ξεκάνουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεκάνει | έχεις ξεκάνει | έχει ξεκάνει | έχουμε ξεκάνει | έχετε ξεκάνει | έχουν ξεκάνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεκάνει | είχες ξεκάνει | είχε ξεκάνει | είχαμε ξεκάνει | είχατε ξεκάνει | είχαν ξεκάνει |
| Υποτακτική | να έχω ξεκάνει / να ξεκάνω | να έχεις ξεκάνει / να ξεκάνεις | να έχει ξεκάνει / να ξεκάνει | να έχουμε ξεκάνει / να ξεκάνουμε | να έχετε ξεκάνει / να ξεκάνετε | να έχουν ξεκάνει / να ξεκάνουν / να ξεκάνουνε |
| Προστακτική | — | ξέκανε | — | — | ξεκάνετε / ξεκάντε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →