Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκαθαρίζω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόκάνω κάτι να είναι καθαρό, λύνω τις απορίες και διαλύω τις αμφιβολίες και τις παρανοήσεις σχετικά με αυτό, αποσαφηνίζω Βικιλεξικό
    • δεν καταλαβαίνω γιατί επιμένεις αφού στο ξεκαθάρισα ότι δεν πρόκειται να συμφωνήσω σε αυτό που ζητάς
    • θα πάμε στα δικαστήρια για να ξεκαθαρίσουμε την κατάσταση με τα κληρονομικά μας
    • «Να ξεκαθαρίσουμε κάτι, για να μη νομίζετε ότι κάνω κριτική εκ του ασφαλούς», λέει ο Τάκης Λαμπρίας, αυτοεξόριστος ο ίδιος. «Κανείς αυτοεξόριστος δεν είναι ήρωας. Ήρωες είναι όσοι μάχονται μέσα στην επικράτεια. Έξω, το πληρώνεις με τη φτώχεια σου, την αθλιότητά σου, τη νοσταλγία σου, αλλά ήρωας δεν είσαι» (Στάθης Ν. Καλύβας, Νατάσα Τριανταφύλλη, Big Bang 1970-1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2025, σελ. 65)
  2. αμετάβατογίνομαι καθαρός, δεν αφήνω περιθώρια για αμφιβολίες, αποσαφηνίζομαι Βικιλεξικό
    • μετά τη δίκη ξεκαθάρισε η κατάσταση επιτέλους
  3. κρατάω από ένα σύνολο πραγμάτων μόνο αυτά που χρησιμεύουν και πετάω τα υπόλοιπα Βικιλεξικό
    • θα ξεκαθαρίσω σήμερα τα παλιά CD μου

Ετυμολογία

ξεκαθαρίζω < μεσαιωνική ελληνική < (ελληνιστική κοινή) ἐκκαθαρίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεκαθαρίζωξεκαθαρίζειςξεκαθαρίζειξεκαθαρίζουμεξεκαθαρίζετεξεκαθαρίζουν / ξεκαθαρίζουνε
Παρατατικόςξεκαθάριζαξεκαθάριζεςξεκαθάριζεξεκαθαρίζαμεξεκαθαρίζατεξεκαθάριζαν / ξεκαθαρίζαν / ξεκαθαρίζανε
Αόριστοςξεκαθάρισαξεκαθάρισεςξεκαθάρισεξεκαθαρίσαμεξεκαθαρίσατεξεκαθάρισαν / ξεκαθαρίσαν / ξεκαθαρίσανε
Μέλλονταςθα ξεκαθαρίζω / θα ξεκαθαρίσωθα ξεκαθαρίζεις / θα ξεκαθαρίσειςθα ξεκαθαρίζει / θα ξεκαθαρίσειθα ξεκαθαρίζουμε / θα ξεκαθαρίσουμεθα ξεκαθαρίζετε / θα ξεκαθαρίσετεθα ξεκαθαρίζουν / θα ξεκαθαρίζουνε / θα ξεκαθαρίσουν / θα ξεκαθαρίσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεκαθαρίσειέχεις ξεκαθαρίσειέχει ξεκαθαρίσειέχουμε ξεκαθαρίσειέχετε ξεκαθαρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεκαθαρίσειείχες ξεκαθαρίσειείχε ξεκαθαρίσειείχαμε ξεκαθαρίσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεκαθαρίσει / να ξεκαθαρίζω / να ξεκαθαρίσωνα έχεις ξεκαθαρίσει / να ξεκαθαρίζεις / να ξεκαθαρίσειςνα έχει ξεκαθαρίσει / να ξεκαθαρίζει / να ξεκαθαρίσεινα έχουμε ξεκαθαρίσει / να ξεκαθαρίζουμε / να ξεκαθαρίσουμενα έχετε ξεκαθαρίσει / να ξεκαθαρίζετε / να ξεκαθαρίσετενα ξεκαθαρίζουν / να ξεκαθαρίζουνε / να ξεκαθαρίσουν / να ξεκαθαρίσουνε
Προστακτική—ξεκαθάριζε / ξεκαθάρισε——ξεκαθαρίζετε / ξεκαθαρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →