ξεκαλοκαιριάζω
•
- περνώ το καλοκαίρι Βικιλεξικό
- ξεκαλοκαιριάσαμε στο νησί
Ετυμολογία
ξεκαλοκαιριάζω < ξε- + καλοκαίρι + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεκαλοκαιριάζω | ξεκαλοκαιριάζεις | ξεκαλοκαιριάζει | ξεκαλοκαιριάζουμε | ξεκαλοκαιριάζετε | ξεκαλοκαιριάζουν / ξεκαλοκαιριάζουνε |
| Παρατατικός | ξεκαλοκαίριαζα | ξεκαλοκαίριαζες | ξεκαλοκαίριαζε | ξεκαλοκαιριάζαμε | ξεκαλοκαιριάζατε | ξεκαλοκαίριαζαν / ξεκαλοκαιριάζαν / ξεκαλοκαιριάζανε |
| Αόριστος | ξεκαλοκαίριασα | ξεκαλοκαίριασες | ξεκαλοκαίριασε | ξεκαλοκαιριάσαμε | ξεκαλοκαιριάσατε | ξεκαλοκαίριασαν / ξεκαλοκαιριάσαν / ξεκαλοκαιριάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεκαλοκαιριάζω / θα ξεκαλοκαιριάσω | θα ξεκαλοκαιριάζεις / θα ξεκαλοκαιριάσεις | θα ξεκαλοκαιριάζει / θα ξεκαλοκαιριάσει | θα ξεκαλοκαιριάζουμε / θα ξεκαλοκαιριάσουμε | θα ξεκαλοκαιριάζετε / θα ξεκαλοκαιριάσετε | θα ξεκαλοκαιριάζουν / θα ξεκαλοκαιριάζουνε / θα ξεκαλοκαιριάσουν / θα ξεκαλοκαιριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεκαλοκαιριάσει | έχεις ξεκαλοκαιριάσει | έχει ξεκαλοκαιριάσει | έχουμε ξεκαλοκαιριάσει | έχετε ξεκαλοκαιριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεκαλοκαιριάσει | είχες ξεκαλοκαιριάσει | είχε ξεκαλοκαιριάσει | είχαμε ξεκαλοκαιριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεκαλοκαιριάσει / να ξεκαλοκαιριάζω / να ξεκαλοκαιριάσω | να έχεις ξεκαλοκαιριάσει / να ξεκαλοκαιριάζεις / να ξεκαλοκαιριάσεις | να έχει ξεκαλοκαιριάσει / να ξεκαλοκαιριάζει / να ξεκαλοκαιριάσει | να έχουμε ξεκαλοκαιριάσει / να ξεκαλοκαιριάζουμε / να ξεκαλοκαιριάσουμε | να έχετε ξεκαλοκαιριάσει / να ξεκαλοκαιριάζετε / να ξεκαλοκαιριάσετε | να ξεκαλοκαιριάζουν / να ξεκαλοκαιριάζουνε / να ξεκαλοκαιριάσουν / να ξεκαλοκαιριάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεκαλοκαίριαζε / ξεκαλοκαίριασε | — | — | ξεκαλοκαιριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεκαλοκαιριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →