ξεχειμωνιάζω
•
- περνώ τον χειμώνα, βγάζω τον χειμώνα (που θεωρείται δυσκολότερη εποχή από τις άλλες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεχειμωνιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεχειμωνιάζω / ἐξηχειμωνιάζω / ξηχειμωνιάζω. Μορφολογικά αναλύεται σε ἐκ (ξε-)+ χειμών(ας) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεχειμωνιάζω | ξεχειμωνιάζεις | ξεχειμωνιάζει | ξεχειμωνιάζουμε | ξεχειμωνιάζετε | ξεχειμωνιάζουν / ξεχειμωνιάζουνε |
| Παρατατικός | ξεχειμώνιαζα | ξεχειμώνιαζες | ξεχειμώνιαζε | ξεχειμωνιάζαμε | ξεχειμωνιάζατε | ξεχειμωνιάζαν / ξεχειμωνιάζανε / ξεχειμώνιαζαν |
| Αόριστος | ξεχειμώνιασα | ξεχειμώνιασες | ξεχειμώνιασε | ξεχειμωνιάσαμε | ξεχειμωνιάσατε | ξεχειμωνιάσαν / ξεχειμωνιάσανε / ξεχειμώνιασαν |
| Μέλλοντας | θα ξεχειμωνιάζω / θα ξεχειμωνιάσω | θα ξεχειμωνιάζεις / θα ξεχειμωνιάσεις | θα ξεχειμωνιάζει / θα ξεχειμωνιάσει | θα ξεχειμωνιάζουμε / θα ξεχειμωνιάσουμε | θα ξεχειμωνιάζετε / θα ξεχειμωνιάσετε | θα ξεχειμωνιάζουν / θα ξεχειμωνιάζουνε / θα ξεχειμωνιάσουν / θα ξεχειμωνιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεχειμωνιάσει | έχεις ξεχειμωνιάσει | έχει ξεχειμωνιάσει | έχουμε ξεχειμωνιάσει | έχετε ξεχειμωνιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεχειμωνιάσει | είχες ξεχειμωνιάσει | είχε ξεχειμωνιάσει | είχαμε ξεχειμωνιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεχειμωνιάσει / να ξεχειμωνιάζω / να ξεχειμωνιάσω | να έχεις ξεχειμωνιάσει / να ξεχειμωνιάζεις / να ξεχειμωνιάσεις | να έχει ξεχειμωνιάσει / να ξεχειμωνιάζει / να ξεχειμωνιάσει | να έχουμε ξεχειμωνιάσει / να ξεχειμωνιάζουμε / να ξεχειμωνιάσουμε | να έχετε ξεχειμωνιάσει / να ξεχειμωνιάζετε / να ξεχειμωνιάσετε | να ξεχειμωνιάζουν / να ξεχειμωνιάζουνε / να ξεχειμωνιάσουν / να ξεχειμωνιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεχειμώνιαζε / ξεχειμώνιασε | — | — | ξεχειμωνιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεχειμωνιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →