ξεκλειδώνω
•
- ενεργώ έτσι ώστε κάτι (πόρτα, κλειδαριά, πρόγραμμα Η/Υ) να πάψει να είναι κλειδωμένο Βικιλεξικό
- μεταφορικάβρίσκω το "κλειδί" ώστε να κατανοήσω ένα μήνυμα, αποκρυπτογραφώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκλειδώνω < ξε- + κλειδώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεκλειδώνω | ξεκλειδώνεις | ξεκλειδώνει | ξεκλειδώνουμε | ξεκλειδώνετε | ξεκλειδώνουν / ξεκλειδώνουνε |
| Παρατατικός | ξεκλείδωνα | ξεκλείδωνες | ξεκλείδωνε | ξεκλειδώναμε | ξεκλειδώνατε | ξεκλείδωναν / ξεκλειδώναν / ξεκλειδώνανε |
| Αόριστος | ξεκλείδωσα | ξεκλείδωσες | ξεκλείδωσε | ξεκλειδώσαμε | ξεκλειδώσατε | ξεκλείδωσαν / ξεκλειδώσαν / ξεκλειδώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεκλειδώνω / θα ξεκλειδώσω | θα ξεκλειδώνεις / θα ξεκλειδώσεις | θα ξεκλειδώνει / θα ξεκλειδώσει | θα ξεκλειδώνουμε / θα ξεκλειδώσουμε | θα ξεκλειδώνετε / θα ξεκλειδώσετε | θα ξεκλειδώνουν / θα ξεκλειδώνουνε / θα ξεκλειδώσουν / θα ξεκλειδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεκλειδώσει | έχεις ξεκλειδώσει | έχει ξεκλειδώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεκλειδώσει | είχες ξεκλειδώσει | είχε ξεκλειδώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεκλειδώσει / να ξεκλειδώνω / να ξεκλειδώσω | να έχεις ξεκλειδώσει / να ξεκλειδώνεις / να ξεκλειδώσεις | να έχει ξεκλειδώσει / να ξεκλειδώνει / να ξεκλειδώσει | να ξεκλειδώνουμε / να ξεκλειδώσουμε | να ξεκλειδώνετε / να ξεκλειδώσετε | να ξεκλειδώνουν / να ξεκλειδώνουνε / να ξεκλειδώσουν / να ξεκλειδώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ξεκλειδωμένο / ξεκλείδωνε / ξεκλείδωσε | — | — | ξεκλειδώνετε / ξεκλειδώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεκλειδώθηκαξεκλειδώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →