κλειδώνω
•
- κάνω κάτι ασφαλές χρησιμοποιώντας κλειδί, ώστε να μην ανοίγει Βικιλεξικό
- είσαι σίγουρος ότι κλείδωσες την πόρτα;
- τοποθετώ κάτι σε ένα χώρο που ασφαλίζεται με κλειδί Βικιλεξικό
- θα κλειδώσω τα έγγραφα στο ντουλάπι
- μεταφορικάπεριορίζω κάποιον σε ένα χώρο, ώστε να μην μπορεί να διαφύγει Βικιλεξικό
- τον είχε κλειδώσει στο υπόγειο για τιμωρία
- μεταφορικάκαθορίζω μια κατάσταση, ώστε να μην μπορεί να αλλάξει Βικιλεξικό
- έχει κλειδώσει την απάντησή της
- τεχνολογίαβάζω ασφάλεια με ορισμένο κωδικό σε κάποιο μέσο αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων, ώστε να μην έχει άλλος πρόσβαση σε αυτά Βικιλεξικό
- κλείδωσα το αρχείο, ώστε νε μην μπορεί να τροποποιηθεί
- ναυτικός όροςενώνω με κλειδί τα τμήματα από τα οποία αποτελείται η αλυσίδα της άγκυρας Βικιλεξικό
- αμετάβατοασφαλίζομαι με κλειδί, ώστε να μην παραβιάζομαι Βικιλεξικό
- χρειάζονται δύο διαφορετικά κλειδιά, για να κλειδώνει το χρηματοκιβώτιο
Ετυμολογία
κλειδώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κλειδόω / κλειδ(ῶ) + -ώνω < αρχαία ελληνική κλείς < πρωτοελληνική *klāwī́ds < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kleh₂us (μέσο ασφάλισης / κλειδώματος)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κλειδώνω | κλειδώνεις | κλειδώνει | κλειδώνουμε | κλειδώνετε | κλειδώνουν / κλειδώνουνε |
| Παρατατικός | κλείδωνα | κλείδωνες | κλείδωνε | κλειδώναμε | κλειδώνατε | κλείδωναν / κλειδώναν / κλειδώνανε |
| Αόριστος | κλείδωσα | κλείδωσες | κλείδωσε | κλειδώσαμε | κλειδώσατε | κλείδωσαν / κλειδώσαν / κλειδώσανε |
| Μέλλοντας | θα κλειδώνω / θα κλειδώσω | θα κλειδώνεις / θα κλειδώσεις | θα κλειδώνει / θα κλειδώσει | θα κλειδώνουμε / θα κλειδώσουμε | θα κλειδώνετε / θα κλειδώσετε | θα κλειδώνουν / θα κλειδώνουνε / θα κλειδώσουν / θα κλειδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κλειδώσει | έχεις κλειδώσει | έχει κλειδώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κλειδώσει | είχες κλειδώσει | είχε κλειδώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κλειδώσει / να κλειδώνω / να κλειδώσω | να έχεις κλειδώσει / να κλειδώνεις / να κλειδώσεις | να έχει κλειδώσει / να κλειδώνει / να κλειδώσει | να κλειδώνουμε / να κλειδώσουμε | να κλειδώνετε / να κλειδώσετε | να κλειδώνουν / να κλειδώνουνε / να κλειδώσουν / να κλειδώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε κλειδωμένο / κλείδωνε / κλείδωσε | — | — | κλειδώνετε / κλειδώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κλειδώθηκακλειδώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →