Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκοίλιασμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεκοιλιάζω Βικιλεξικό
    • Και γιομάτος μίσος, που το συντρόφιαζε μια καινούρια αναστάτωση του αιμάτου του και μία κόκκινη θωριά μπρος στα μάτια του, επλάγιασε σιμά στη γυναίκα του που εμαζευότουν όσο εμπόρειε στην άκρη της κι αποκοιμήθηκε ύπνον ανήσυχο, γιομάτον φοβερές κι αιματερές φαντασίες, μακηλιά ξεκοιλιάσματα, μάχες, ντουφέκια, μαχαίρια, και συχνά έβγαινε βόγγος από τα στήθια του και ανατιζότουν φοβισμένος.

Ετυμολογία

ξεκοίλιασμα < ξεκοιλιάζω + -μα < μεσαιωνική ελληνική ξεκοιλιάζω < ξε- + κοιλιά < αρχαία ελληνική κοιλία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεκοίλιασμαξεκοιλιάσματα
Γενικήξεκοιλιάσματοςξεκοιλιασμάτων
Αιτιατικήξεκοίλιασμαξεκοιλιάσματα
Κλητικήξεκοίλιασμαξεκοιλιάσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →