ξεκοιλιάζω
•
- χτυπώ με μαχαίρι ή άλλο όργανο κάποιον στην κοιλιά και του προκαλώ τραύμα τόσο πολύ μεγάλο, ώστε να φανούν τα εντόσθιά του Βικιλεξικό
- μεταφορικάσχίζω πολύ άσχημα το εξωτερικό κάλυμμα ενός αντικειμένου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκοιλιάζω < μεσαιωνική ελληνική ξεκοιλιάζω < ξε- + κοιλιά < αρχαία ελληνική κοιλία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεκοιλιάζω | ξεκοιλιάζεις | ξεκοιλιάζει | ξεκοιλιάζουμε | ξεκοιλιάζετε | ξεκοιλιάζουν / ξεκοιλιάζουνε |
| Παρατατικός | ξεκοίλιαζα | ξεκοίλιαζες | ξεκοίλιαζε | ξεκοιλιάζαμε | ξεκοιλιάζατε | ξεκοίλιαζαν / ξεκοιλιάζαν / ξεκοιλιάζανε |
| Αόριστος | ξεκοίλιασα | ξεκοίλιασες | ξεκοίλιασε | ξεκοιλιάσαμε | ξεκοιλιάσατε | ξεκοίλιασαν / ξεκοιλιάσαν / ξεκοιλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεκοιλιάζω / θα ξεκοιλιάσω | θα ξεκοιλιάζεις / θα ξεκοιλιάσεις | θα ξεκοιλιάζει / θα ξεκοιλιάσει | θα ξεκοιλιάζουμε / θα ξεκοιλιάσουμε | θα ξεκοιλιάζετε / θα ξεκοιλιάσετε | θα ξεκοιλιάζουν / θα ξεκοιλιάζουνε / θα ξεκοιλιάσουν / θα ξεκοιλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεκοιλιάσει | έχεις ξεκοιλιάσει | έχει ξεκοιλιάσει | έχουμε ξεκοιλιάσει | έχετε ξεκοιλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεκοιλιάσει | είχες ξεκοιλιάσει | είχε ξεκοιλιάσει | είχαμε ξεκοιλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεκοιλιάσει / να ξεκοιλιάζω / να ξεκοιλιάσω | να έχεις ξεκοιλιάσει / να ξεκοιλιάζεις / να ξεκοιλιάσεις | να έχει ξεκοιλιάσει / να ξεκοιλιάζει / να ξεκοιλιάσει | να έχουμε ξεκοιλιάσει / να ξεκοιλιάζουμε / να ξεκοιλιάσουμε | να έχετε ξεκοιλιάσει / να ξεκοιλιάζετε / να ξεκοιλιάσετε | να ξεκοιλιάζουν / να ξεκοιλιάζουνε / να ξεκοιλιάσουν / να ξεκοιλιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεκοίλιαζε / ξεκοίλιασε | — | — | ξεκοιλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεκοιλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →