Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκοιλιάζω

ρήμα
•
  1. χτυπώ με μαχαίρι ή άλλο όργανο κάποιον στην κοιλιά και του προκαλώ τραύμα τόσο πολύ μεγάλο, ώστε να φανούν τα εντόσθιά του Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσχίζω πολύ άσχημα το εξωτερικό κάλυμμα ενός αντικειμένου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεκοιλιάζω < μεσαιωνική ελληνική ξεκοιλιάζω < ξε- + κοιλιά < αρχαία ελληνική κοιλία

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεκοιλιάζωξεκοιλιάζειςξεκοιλιάζειξεκοιλιάζουμεξεκοιλιάζετεξεκοιλιάζουν / ξεκοιλιάζουνε
Παρατατικόςξεκοίλιαζαξεκοίλιαζεςξεκοίλιαζεξεκοιλιάζαμεξεκοιλιάζατεξεκοίλιαζαν / ξεκοιλιάζαν / ξεκοιλιάζανε
Αόριστοςξεκοίλιασαξεκοίλιασεςξεκοίλιασεξεκοιλιάσαμεξεκοιλιάσατεξεκοίλιασαν / ξεκοιλιάσαν / ξεκοιλιάσανε
Μέλλονταςθα ξεκοιλιάζω / θα ξεκοιλιάσωθα ξεκοιλιάζεις / θα ξεκοιλιάσειςθα ξεκοιλιάζει / θα ξεκοιλιάσειθα ξεκοιλιάζουμε / θα ξεκοιλιάσουμεθα ξεκοιλιάζετε / θα ξεκοιλιάσετεθα ξεκοιλιάζουν / θα ξεκοιλιάζουνε / θα ξεκοιλιάσουν / θα ξεκοιλιάσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεκοιλιάσειέχεις ξεκοιλιάσειέχει ξεκοιλιάσειέχουμε ξεκοιλιάσειέχετε ξεκοιλιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεκοιλιάσειείχες ξεκοιλιάσειείχε ξεκοιλιάσειείχαμε ξεκοιλιάσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεκοιλιάσει / να ξεκοιλιάζω / να ξεκοιλιάσωνα έχεις ξεκοιλιάσει / να ξεκοιλιάζεις / να ξεκοιλιάσειςνα έχει ξεκοιλιάσει / να ξεκοιλιάζει / να ξεκοιλιάσεινα έχουμε ξεκοιλιάσει / να ξεκοιλιάζουμε / να ξεκοιλιάσουμενα έχετε ξεκοιλιάσει / να ξεκοιλιάζετε / να ξεκοιλιάσετενα ξεκοιλιάζουν / να ξεκοιλιάζουνε / να ξεκοιλιάσουν / να ξεκοιλιάσουνε
Προστακτική—ξεκοίλιαζε / ξεκοίλιασε——ξεκοιλιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ξεκοιλιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →