Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκολλῶ

ρήμα
•
  1. γραφή του ξεκολλώ στην καθαρεύουσα και γενικά πριν από την εφαρμογή του μονοτονικού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεκολλῶ < μεσαιωνική ελληνική ξεκολλῶ < ξε και κολλῶ

Άλλοι τύποι

ξεκολλάω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ξεκολλώ

/kse.koˈlo/ρήμα
•
  1. μεταβατικόαποκολλώ, αποσπώ ένα αντικείμενο από την επιφάνεια πάνω στην οποία ήταν κολλημένο Βικιλεξικό
    • Μὰ τὸ ναυτόπουλο, ἕνας κασιδιάρης καὶ κακομοίρης, ποῦ τὸν εἶχαν γιὰ ψυχικό, ξεκόβει ἀπὸ τ’ ἄλλα τὰ παιδιά. Οὔτε καμακίζει χταπόδια στὰ θαλάμια τους, οὔτε καλαμώνει ἀχινοῦς, οὔτε συνάζει καβούρους, οὔτε ξεκολλᾷ στρείδια ἁγνὰ ὅ,τι εὕρῃ (⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λόγια της Πλώρης, Οι φρεγάδες, 1924)
  2. αμετάβατοαποσπώμαι από την επιφάνεια πάνω στην οποία με είχαν κολλήσει Βικιλεξικό
  3. αμετάβατοαπομακρύνομαι από μια συναναστροφή ή διακόπτω μια δραστηριότητα Βικιλεξικό
    • ξεκόλλα επιτέλους από τον υπολογιστή σου να πάμε καμιά βόλτα
  4. λαϊκότροποξεκολλιέμαι κυρίως στους παρελθοντικούς χρόνους για αντικείμενα, όπως ξεκολλήθηκε αντί ξεκόλλησε για κάτι που αποσπάσθηκε με βία ή πάντως με πρόθεση και δεν αποκολλήθηκε τυχαία ή από φθορά μόνο του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεκολλώ < μεσαιωνική ελληνική ξε- + κολλώ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →