ξεκολλῶ
•
- γραφή του ξεκολλώ στην καθαρεύουσα και γενικά πριν από την εφαρμογή του μονοτονικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκολλῶ < μεσαιωνική ελληνική ξεκολλῶ < ξε και κολλῶ
Άλλοι τύποι
ξεκολλάω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →