ξεκωλιάρης
•
- λαϊκότροποπολύ τυχερός, συνήθως στο τζόγο Βικιλεξικό
- υβριστικόο παλιάνθρωπος, ο άτιμος, που δεν έχει τσίπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκωλιάρης < ξε- + κώλ(ος) + -ιάρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεκωλιάρης | ξεκωλιάρα | ξεκωλιάρικο |
| Γενική | ξεκωλιάρη | ξεκωλιάρας | ξεκωλιάρικου |
| Αιτιατική | ξεκωλιάρη | ξεκωλιάρα | ξεκωλιάρικο |
| Κλητική | ξεκωλιάρη | ξεκωλιάρα | ξεκωλιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεκωλιάρηδες | ξεκωλιάρες | ξεκωλιάρικα |
| Γενική | ξεκωλιάρηδων | — | ξεκωλιάρικων |
| Αιτιατική | ξεκωλιάρηδες | ξεκωλιάρες | ξεκωλιάρικα |
| Κλητική | ξεκωλιάρηδες | ξεκωλιάρες | ξεκωλιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →