ξελεπίζω
•
- βγάζω τα λέπια ενός ψαριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξελεπίζω < αρχαία ελληνική ἐκλεπίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξελεπίζω | ξελεπίζεις | ξελεπίζει | ξελεπίζουμε | ξελεπίζετε | ξελεπίζουν / ξελεπίζουνε |
| Παρατατικός | ξελέπιζα | ξελέπιζες | ξελέπιζε | ξελεπίζαμε | ξελεπίζατε | ξελέπιζαν / ξελεπίζαν / ξελεπίζανε |
| Αόριστος | ξελέπισα | ξελέπισες | ξελέπισε | ξελεπίσαμε | ξελεπίσατε | ξελέπισαν / ξελεπίσαν / ξελεπίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξελεπίζω / θα ξελεπίσω | θα ξελεπίζεις / θα ξελεπίσεις | θα ξελεπίζει / θα ξελεπίσει | θα ξελεπίζουμε / θα ξελεπίσουμε | θα ξελεπίζετε / θα ξελεπίσετε | θα ξελεπίζουν / θα ξελεπίζουνε / θα ξελεπίσουν / θα ξελεπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξελεπίσει | έχεις ξελεπίσει | έχει ξελεπίσει | έχουμε ξελεπίσει | έχετε ξελεπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξελεπίσει | είχες ξελεπίσει | είχε ξελεπίσει | είχαμε ξελεπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξελεπίσει / να ξελεπίζω / να ξελεπίσω | να έχεις ξελεπίσει / να ξελεπίζεις / να ξελεπίσεις | να έχει ξελεπίσει / να ξελεπίζει / να ξελεπίσει | να έχουμε ξελεπίσει / να ξελεπίζουμε / να ξελεπίσουμε | να έχετε ξελεπίσει / να ξελεπίζετε / να ξελεπίσετε | να ξελεπίζουν / να ξελεπίζουνε / να ξελεπίσουν / να ξελεπίσουνε |
| Προστακτική | — | ξελέπιζε / ξελέπισε | — | — | ξελεπίζετε / ξελεπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →