Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξελογιάζω

/kse.loˈʝa.zo/ρήμα
•
  1. κάνω κάποιον να χάσει τα λογικά του γοητεύοντάς τον Βικιλεξικό
  2. προκαλώ παράφορο ή άνομο έρωτα Βικιλεξικό
  3. γενικότεραεξωθώ σε διαφθορά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξελογιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξελογιάζω < ξε- + λογιάζω (λόγ(ος) + -ιάζω) Διαφορετικό το μεσαιωνικό ξελαγιάζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξελογιάζωξελογιάζειςξελογιάζειξελογιάζουμεξελογιάζετεξελογιάζουν / ξελογιάζουνε
Παρατατικόςξελόγιαζαξελόγιαζεςξελόγιαζεξελογιάζαμεξελογιάζατεξελογιάζαν / ξελογιάζανε / ξελόγιαζαν
Αόριστοςξελόγιασαξελόγιασεςξελόγιασεξελογιάσαμεξελογιάσατεξελογιάσαν / ξελογιάσανε / ξελόγιασαν
Μέλλονταςθα ξελογιάζω / θα ξελογιάσωθα ξελογιάζεις / θα ξελογιάσειςθα ξελογιάζει / θα ξελογιάσειθα ξελογιάζουμε / θα ξελογιάσουμεθα ξελογιάζετε / θα ξελογιάσετεθα ξελογιάζουν / θα ξελογιάζουνε / θα ξελογιάσουν / θα ξελογιάσουνε
Παρακείμενοςέχω ξελογιάσειέχεις ξελογιάσειέχει ξελογιάσειέχουμε ξελογιάσειέχετε ξελογιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξελογιάσειείχες ξελογιάσειείχε ξελογιάσειείχαμε ξελογιάσει——
Υποτακτικήνα έχω ξελογιάσει / να ξελογιάζω / να ξελογιάσωνα έχεις ξελογιάσει / να ξελογιάζεις / να ξελογιάσειςνα έχει ξελογιάσει / να ξελογιάζει / να ξελογιάσεινα έχουμε ξελογιάσει / να ξελογιάζουμε / να ξελογιάσουμενα έχετε ξελογιάσει / να ξελογιάζετε / να ξελογιάσετενα ξελογιάζουν / να ξελογιάζουνε / να ξελογιάσουν / να ξελογιάσουνε
Προστακτική—ξελόγιαζε / ξελόγιασε——ξελογιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ξελογιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →