ξελογιάζω
•
- κάνω κάποιον να χάσει τα λογικά του γοητεύοντάς τον Βικιλεξικό
- προκαλώ παράφορο ή άνομο έρωτα Βικιλεξικό
- γενικότεραεξωθώ σε διαφθορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξελογιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξελογιάζω < ξε- + λογιάζω (λόγ(ος) + -ιάζω) Διαφορετικό το μεσαιωνικό ξελαγιάζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξελογιάζω | ξελογιάζεις | ξελογιάζει | ξελογιάζουμε | ξελογιάζετε | ξελογιάζουν / ξελογιάζουνε |
| Παρατατικός | ξελόγιαζα | ξελόγιαζες | ξελόγιαζε | ξελογιάζαμε | ξελογιάζατε | ξελογιάζαν / ξελογιάζανε / ξελόγιαζαν |
| Αόριστος | ξελόγιασα | ξελόγιασες | ξελόγιασε | ξελογιάσαμε | ξελογιάσατε | ξελογιάσαν / ξελογιάσανε / ξελόγιασαν |
| Μέλλοντας | θα ξελογιάζω / θα ξελογιάσω | θα ξελογιάζεις / θα ξελογιάσεις | θα ξελογιάζει / θα ξελογιάσει | θα ξελογιάζουμε / θα ξελογιάσουμε | θα ξελογιάζετε / θα ξελογιάσετε | θα ξελογιάζουν / θα ξελογιάζουνε / θα ξελογιάσουν / θα ξελογιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξελογιάσει | έχεις ξελογιάσει | έχει ξελογιάσει | έχουμε ξελογιάσει | έχετε ξελογιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξελογιάσει | είχες ξελογιάσει | είχε ξελογιάσει | είχαμε ξελογιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξελογιάσει / να ξελογιάζω / να ξελογιάσω | να έχεις ξελογιάσει / να ξελογιάζεις / να ξελογιάσεις | να έχει ξελογιάσει / να ξελογιάζει / να ξελογιάσει | να έχουμε ξελογιάσει / να ξελογιάζουμε / να ξελογιάσουμε | να έχετε ξελογιάσει / να ξελογιάζετε / να ξελογιάσετε | να ξελογιάζουν / να ξελογιάζουνε / να ξελογιάσουν / να ξελογιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξελόγιαζε / ξελόγιασε | — | — | ξελογιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξελογιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →