ξεμασκαλίζω
•
- κόβω βλαστό από τη μασχάλη φυτού, συνήθως για να τον χρησιμοποιήσω σαν μόσχευμα Βικιλεξικό
- εξαρθρώνω, βγάζω τη μασχάλη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεμασκαλίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεμασκαλίζω | ξεμασκαλίζεις | ξεμασκαλίζει | ξεμασκαλίζουμε | ξεμασκαλίζετε | ξεμασκαλίζουν / ξεμασκαλίζουνε |
| Παρατατικός | ξεμασκάλιζα | ξεμασκάλιζες | ξεμασκάλιζε | ξεμασκαλίζαμε | ξεμασκαλίζατε | ξεμασκάλιζαν / ξεμασκαλίζαν / ξεμασκαλίζανε |
| Αόριστος | ξεμασκάλισα | ξεμασκάλισες | ξεμασκάλισε | ξεμασκαλίσαμε | ξεμασκαλίσατε | ξεμασκάλισαν / ξεμασκαλίσαν / ξεμασκαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεμασκαλίζω / θα ξεμασκαλίσω | θα ξεμασκαλίζεις / θα ξεμασκαλίσεις | θα ξεμασκαλίζει / θα ξεμασκαλίσει | θα ξεμασκαλίζουμε / θα ξεμασκαλίσουμε | θα ξεμασκαλίζετε / θα ξεμασκαλίσετε | θα ξεμασκαλίζουν / θα ξεμασκαλίζουνε / θα ξεμασκαλίσουν / θα ξεμασκαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεμασκαλίσει | έχεις ξεμασκαλίσει | έχει ξεμασκαλίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεμασκαλίσει | είχες ξεμασκαλίσει | είχε ξεμασκαλίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεμασκαλίσει / να ξεμασκαλίζω / να ξεμασκαλίσω | να έχεις ξεμασκαλίσει / να ξεμασκαλίζεις / να ξεμασκαλίσεις | να έχει ξεμασκαλίσει / να ξεμασκαλίζει / να ξεμασκαλίσει | να ξεμασκαλίζουμε / να ξεμασκαλίσουμε | να ξεμασκαλίζετε / να ξεμασκαλίσετε | να ξεμασκαλίζουν / να ξεμασκαλίζουνε / να ξεμασκαλίσουν / να ξεμασκαλίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ξεμασκαλισμένο / ξεμασκάλιζε / ξεμασκάλισε | — | — | ξεμασκαλίζετε / ξεμασκαλίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεμασκαλίστηκαξεμασκαλίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →