Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεμασκαλίζω

ρήμα
•
  1. κόβω βλαστό από τη μασχάλη φυτού, συνήθως για να τον χρησιμοποιήσω σαν μόσχευμα Βικιλεξικό
  2. εξαρθρώνω, βγάζω τη μασχάλη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεμασκαλίζω < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεμασκαλίζωξεμασκαλίζειςξεμασκαλίζειξεμασκαλίζουμεξεμασκαλίζετεξεμασκαλίζουν / ξεμασκαλίζουνε
Παρατατικόςξεμασκάλιζαξεμασκάλιζεςξεμασκάλιζεξεμασκαλίζαμεξεμασκαλίζατεξεμασκάλιζαν / ξεμασκαλίζαν / ξεμασκαλίζανε
Αόριστοςξεμασκάλισαξεμασκάλισεςξεμασκάλισεξεμασκαλίσαμεξεμασκαλίσατεξεμασκάλισαν / ξεμασκαλίσαν / ξεμασκαλίσανε
Μέλλονταςθα ξεμασκαλίζω / θα ξεμασκαλίσωθα ξεμασκαλίζεις / θα ξεμασκαλίσειςθα ξεμασκαλίζει / θα ξεμασκαλίσειθα ξεμασκαλίζουμε / θα ξεμασκαλίσουμεθα ξεμασκαλίζετε / θα ξεμασκαλίσετεθα ξεμασκαλίζουν / θα ξεμασκαλίζουνε / θα ξεμασκαλίσουν / θα ξεμασκαλίσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεμασκαλίσειέχεις ξεμασκαλίσειέχει ξεμασκαλίσει———
Υπερσυντέλικοςείχα ξεμασκαλίσειείχες ξεμασκαλίσειείχε ξεμασκαλίσει———
Υποτακτικήνα έχω ξεμασκαλίσει / να ξεμασκαλίζω / να ξεμασκαλίσωνα έχεις ξεμασκαλίσει / να ξεμασκαλίζεις / να ξεμασκαλίσειςνα έχει ξεμασκαλίσει / να ξεμασκαλίζει / να ξεμασκαλίσεινα ξεμασκαλίζουμε / να ξεμασκαλίσουμενα ξεμασκαλίζετε / να ξεμασκαλίσετενα ξεμασκαλίζουν / να ξεμασκαλίζουνε / να ξεμασκαλίσουν / να ξεμασκαλίσουνε
Προστακτική—έχε ξεμασκαλισμένο / ξεμασκάλιζε / ξεμασκάλισε——ξεμασκαλίζετε / ξεμασκαλίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ξεμασκαλίστηκαξεμασκαλίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →