ξεματιάζω
•
- εκτελώ όλες τις ενέργειες (σταυρώνω, λέω μια μυστική ευχή κ.λπ.) που πιστεύεται ότι απαιτούνται για να απαλλάξω κάποιον από το μάτιασμα, τη βασκανία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεματιάζω < ξε- + ματιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεματιάζω | ξεματιάζεις | ξεματιάζει | ξεματιάζουμε | ξεματιάζετε | ξεματιάζουν / ξεματιάζουνε |
| Παρατατικός | ξεμάτιαζα | ξεμάτιαζες | ξεμάτιαζε | ξεματιάζαμε | ξεματιάζατε | ξεμάτιαζαν / ξεματιάζαν / ξεματιάζανε |
| Αόριστος | ξεμάτιασα | ξεμάτιασες | ξεμάτιασε | ξεματιάσαμε | ξεματιάσατε | ξεμάτιασαν / ξεματιάσαν / ξεματιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεματιάζω / θα ξεματιάσω | θα ξεματιάζεις / θα ξεματιάσεις | θα ξεματιάζει / θα ξεματιάσει | θα ξεματιάζουμε / θα ξεματιάσουμε | θα ξεματιάζετε / θα ξεματιάσετε | θα ξεματιάζουν / θα ξεματιάζουνε / θα ξεματιάσουν / θα ξεματιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεματιάσει | έχεις ξεματιάσει | έχει ξεματιάσει | έχουμε ξεματιάσει | έχετε ξεματιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεματιάσει | είχες ξεματιάσει | είχε ξεματιάσει | είχαμε ξεματιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεματιάσει / να ξεματιάζω / να ξεματιάσω | να έχεις ξεματιάσει / να ξεματιάζεις / να ξεματιάσεις | να έχει ξεματιάσει / να ξεματιάζει / να ξεματιάσει | να έχουμε ξεματιάσει / να ξεματιάζουμε / να ξεματιάσουμε | να έχετε ξεματιάσει / να ξεματιάζετε / να ξεματιάσετε | να ξεματιάζουν / να ξεματιάζουνε / να ξεματιάσουν / να ξεματιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεμάτιαζε / ξεμάτιασε | — | — | ξεματιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεματιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →