Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεμοναχιάζω

/kse.mo.naˈça.zo/ρήμα
•
  1. απομακρύνω κάποιον από τους άλλους ανθρώπους επιδιώκοντας να βρεθώ μόνος μαζί του Βικιλεξικό
    • Τὸ σπιτάκι παραφουσκωμένο πισωπατοῦσε, μουλωχτὰ ἔφευγε. Οἱ φτερωτὲς τοῦ μύλου ἀκίνητες, πεῖσμα ἔδειχναν καὶ τὸ ξάφνισμα ἑνοῦ δράκου. Σύντροφοι ὅμως ἦταν καὶ τοὺς κοίταζα μὲ ψυχοπόνια. Μὰ ζηλιάρα ἡ καταχνιὰ ἔσυρε καὶ κεῖ τὴν ὑγρὴ σκέπη της, μᾶς ξεμονάχιασε στὴ γολέτα.
  2. παθητική φωνήαπομακρύνομαι προσωρινά κάπου απόμερο ή ερημικό Βικιλεξικό
    • Στο πλάι πίσω, πυργωμένη η Ακρόπολις, κόκκινη σαν κανέλλα, ίδια κάποιο ατίμητο αρχαίο χρυσαφικό μαυρισμένο απ’ την παλιοσύνη, με τις δυο κολωνίτσες που ξεχωρίζουν άσπρες και λιγνές αψηλά στο βράχο, κάτω από τα μαύρα τείχη, σα να φυλάν βάρδια μπρος απ' τη σπηλιά της Παναγίας. Έπειτα ο Άι-Γιώργης, αλλοιώτικος από 'δω, μια κανονικιά πυραμίδα ξεμοναχιασμένη σα νησί.

Ετυμολογία

ξεμοναχιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐξεμοναχιάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε ξε- + μονάχ(ος) + -ιάζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεμοναχιάζωξεμοναχιάζειςξεμοναχιάζειξεμοναχιάζουμεξεμοναχιάζετεξεμοναχιάζουν / ξεμοναχιάζουνε
Παρατατικόςξεμονάχιαζαξεμονάχιαζεςξεμονάχιαζεξεμοναχιάζαμεξεμοναχιάζατεξεμονάχιαζαν / ξεμοναχιάζαν / ξεμοναχιάζανε
Αόριστοςξεμονάχιασαξεμονάχιασεςξεμονάχιασεξεμοναχιάσαμεξεμοναχιάσατεξεμονάχιασαν / ξεμοναχιάσαν / ξεμοναχιάσανε
Μέλλονταςθα ξεμοναχιάζω / θα ξεμοναχιάσωθα ξεμοναχιάζεις / θα ξεμοναχιάσειςθα ξεμοναχιάζει / θα ξεμοναχιάσειθα ξεμοναχιάζουμε / θα ξεμοναχιάσουμεθα ξεμοναχιάζετε / θα ξεμοναχιάσετεθα ξεμοναχιάζουν / θα ξεμοναχιάζουνε / θα ξεμοναχιάσουν / θα ξεμοναχιάσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεμοναχιάσειέχεις ξεμοναχιάσειέχει ξεμοναχιάσειέχουμε ξεμοναχιάσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ξεμοναχιάσειείχες ξεμοναχιάσειείχε ξεμοναχιάσειείχαμε ξεμοναχιάσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεμοναχιάσει / να ξεμοναχιάζω / να ξεμοναχιάσωνα έχεις ξεμοναχιάσει / να ξεμοναχιάζεις / να ξεμοναχιάσειςνα έχει ξεμοναχιάσει / να ξεμοναχιάζει / να ξεμοναχιάσεινα έχουμε ξεμοναχιάσει / να ξεμοναχιάζουμε / να ξεμοναχιάσουμενα ξεμοναχιάζετε / να ξεμοναχιάσετενα ξεμοναχιάζουν / να ξεμοναχιάζουνε / να ξεμοναχιάσουν / να ξεμοναχιάσουνε
Προστακτική—ξεμονάχιαζε / ξεμονάχιασε——ξεμοναχιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ξεμοναχιάζομαιξεμοναχιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →