ξεμοναχιάζω
•
- απομακρύνω κάποιον από τους άλλους ανθρώπους επιδιώκοντας να βρεθώ μόνος μαζί του Βικιλεξικό
- Τὸ σπιτάκι παραφουσκωμένο πισωπατοῦσε, μουλωχτὰ ἔφευγε. Οἱ φτερωτὲς τοῦ μύλου ἀκίνητες, πεῖσμα ἔδειχναν καὶ τὸ ξάφνισμα ἑνοῦ δράκου. Σύντροφοι ὅμως ἦταν καὶ τοὺς κοίταζα μὲ ψυχοπόνια. Μὰ ζηλιάρα ἡ καταχνιὰ ἔσυρε καὶ κεῖ τὴν ὑγρὴ σκέπη της, μᾶς ξεμονάχιασε στὴ γολέτα.
- παθητική φωνήαπομακρύνομαι προσωρινά κάπου απόμερο ή ερημικό Βικιλεξικό
- Στο πλάι πίσω, πυργωμένη η Ακρόπολις, κόκκινη σαν κανέλλα, ίδια κάποιο ατίμητο αρχαίο χρυσαφικό μαυρισμένο απ’ την παλιοσύνη, με τις δυο κολωνίτσες που ξεχωρίζουν άσπρες και λιγνές αψηλά στο βράχο, κάτω από τα μαύρα τείχη, σα να φυλάν βάρδια μπρος απ' τη σπηλιά της Παναγίας. Έπειτα ο Άι-Γιώργης, αλλοιώτικος από 'δω, μια κανονικιά πυραμίδα ξεμοναχιασμένη σα νησί.
Ετυμολογία
ξεμοναχιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐξεμοναχιάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε ξε- + μονάχ(ος) + -ιάζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεμοναχιάζω | ξεμοναχιάζεις | ξεμοναχιάζει | ξεμοναχιάζουμε | ξεμοναχιάζετε | ξεμοναχιάζουν / ξεμοναχιάζουνε |
| Παρατατικός | ξεμονάχιαζα | ξεμονάχιαζες | ξεμονάχιαζε | ξεμοναχιάζαμε | ξεμοναχιάζατε | ξεμονάχιαζαν / ξεμοναχιάζαν / ξεμοναχιάζανε |
| Αόριστος | ξεμονάχιασα | ξεμονάχιασες | ξεμονάχιασε | ξεμοναχιάσαμε | ξεμοναχιάσατε | ξεμονάχιασαν / ξεμοναχιάσαν / ξεμοναχιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεμοναχιάζω / θα ξεμοναχιάσω | θα ξεμοναχιάζεις / θα ξεμοναχιάσεις | θα ξεμοναχιάζει / θα ξεμοναχιάσει | θα ξεμοναχιάζουμε / θα ξεμοναχιάσουμε | θα ξεμοναχιάζετε / θα ξεμοναχιάσετε | θα ξεμοναχιάζουν / θα ξεμοναχιάζουνε / θα ξεμοναχιάσουν / θα ξεμοναχιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεμοναχιάσει | έχεις ξεμοναχιάσει | έχει ξεμοναχιάσει | έχουμε ξεμοναχιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεμοναχιάσει | είχες ξεμοναχιάσει | είχε ξεμοναχιάσει | είχαμε ξεμοναχιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεμοναχιάσει / να ξεμοναχιάζω / να ξεμοναχιάσω | να έχεις ξεμοναχιάσει / να ξεμοναχιάζεις / να ξεμοναχιάσεις | να έχει ξεμοναχιάσει / να ξεμοναχιάζει / να ξεμοναχιάσει | να έχουμε ξεμοναχιάσει / να ξεμοναχιάζουμε / να ξεμοναχιάσουμε | να ξεμοναχιάζετε / να ξεμοναχιάσετε | να ξεμοναχιάζουν / να ξεμοναχιάζουνε / να ξεμοναχιάσουν / να ξεμοναχιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεμονάχιαζε / ξεμονάχιασε | — | — | ξεμοναχιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεμοναχιάζομαιξεμοναχιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →