ξεμπερδεύω
•
- ενεργώ έτσι ώστε κάτι ή κάποιος να πάψει να είναι μπερδεμένο(ς) Βικιλεξικό
- ξεμπερδεύω ένα κουβάρι μαλλί που είχε μπλεχτεί
- με κάτιενεργώ έτσι ώστε κάτι να πάψει να με απασχολεί, απαλλάσσομαι από κάτι που ταλαιπωρεί, τελειώνω κάτι που πρέπει να κάνω Βικιλεξικό
- όταν ξεμπερδέψω με τις δουλειές μου, θα σου τηλεφωνήσω να συναντηθούμε
Ετυμολογία
ξεμπερδεύω < μεσαιωνική ελληνική ξεμπερδένω και ξεμπερδεύω < ξε και μπερδεύω ή μπερδένω < ἐν και περιδένω < αρχαία ελληνική περιδέω (πλέκω, δένω ολόγυρα)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεμπερδεύω | ξεμπερδεύεις | ξεμπερδεύει | ξεμπερδεύουμε | ξεμπερδεύετε | ξεμπερδεύουν / ξεμπερδεύουνε |
| Παρατατικός | ξεμπέρδευα | ξεμπέρδευες | ξεμπέρδευε | ξεμπερδεύαμε | ξεμπερδεύατε | ξεμπέρδευαν / ξεμπερδεύαν / ξεμπερδεύανε |
| Αόριστος | ξεμπέρδεψα | ξεμπέρδεψες | ξεμπέρδεψε | ξεμπερδέψαμε | ξεμπερδέψατε | ξεμπέρδεψαν / ξεμπερδέψαν / ξεμπερδέψανε |
| Μέλλοντας | θα ξεμπερδέψω / θα ξεμπερδεύω | θα ξεμπερδέψεις / θα ξεμπερδεύεις | θα ξεμπερδέψει / θα ξεμπερδεύει | θα ξεμπερδέψουμε / θα ξεμπερδεύουμε | θα ξεμπερδέψετε / θα ξεμπερδεύετε | θα ξεμπερδέψουν / θα ξεμπερδέψουνε / θα ξεμπερδεύουν / θα ξεμπερδεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεμπερδέψει | έχεις ξεμπερδέψει | έχει ξεμπερδέψει | έχουμε ξεμπερδέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεμπερδέψει | είχες ξεμπερδέψει | είχε ξεμπερδέψει | είχαμε ξεμπερδέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεμπερδέψει / να ξεμπερδέψω / να ξεμπερδεύω | να έχεις ξεμπερδέψει / να ξεμπερδέψεις / να ξεμπερδεύεις | να έχει ξεμπερδέψει / να ξεμπερδέψει / να ξεμπερδεύει | να έχουμε ξεμπερδέψει / να ξεμπερδέψουμε / να ξεμπερδεύουμε | να ξεμπερδέψετε / να ξεμπερδεύετε | να ξεμπερδέψουν / να ξεμπερδέψουνε / να ξεμπερδεύουν / να ξεμπερδεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε ξεμπερδεμένο / ξεμπέρδευε / ξεμπέρδεψε | — | — | ξεμπερδέψτε / ξεμπερδεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →