ξεμυαλίζω
•
- παίρνω τα μυαλά κάποιου, τον παραπλανώ με γοητευτικές προτάσεις, τον κάνω να μη σκέφτεται λογικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεμυαλίζω < ξε- + μυαλό + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεμυαλίζω | ξεμυαλίζεις | ξεμυαλίζει | ξεμυαλίζουμε | ξεμυαλίζετε | ξεμυαλίζουν / ξεμυαλίζουνε |
| Παρατατικός | ξεμυάλιζα | ξεμυάλιζες | ξεμυάλιζε | ξεμυαλίζαμε | ξεμυαλίζατε | ξεμυάλιζαν / ξεμυαλίζαν / ξεμυαλίζανε |
| Αόριστος | ξεμυάλισα | ξεμυάλισες | ξεμυάλισε | ξεμυαλίσαμε | ξεμυαλίσατε | ξεμυάλισαν / ξεμυαλίσαν / ξεμυαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεμυαλίζω / θα ξεμυαλίσω | θα ξεμυαλίζεις / θα ξεμυαλίσεις | θα ξεμυαλίζει / θα ξεμυαλίσει | θα ξεμυαλίζουμε / θα ξεμυαλίσουμε | θα ξεμυαλίζετε / θα ξεμυαλίσετε | θα ξεμυαλίζουν / θα ξεμυαλίζουνε / θα ξεμυαλίσουν / θα ξεμυαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεμυαλίσει | έχεις ξεμυαλίσει | έχει ξεμυαλίσει | έχουμε ξεμυαλίσει | έχετε ξεμυαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεμυαλίσει | είχες ξεμυαλίσει | είχε ξεμυαλίσει | είχαμε ξεμυαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεμυαλίσει / να ξεμυαλίζω / να ξεμυαλίσω | να έχεις ξεμυαλίσει / να ξεμυαλίζεις / να ξεμυαλίσεις | να έχει ξεμυαλίσει / να ξεμυαλίζει / να ξεμυαλίσει | να έχουμε ξεμυαλίσει / να ξεμυαλίζουμε / να ξεμυαλίσουμε | να έχετε ξεμυαλίσει / να ξεμυαλίζετε / να ξεμυαλίσετε | να ξεμυαλίζουν / να ξεμυαλίζουνε / να ξεμυαλίσουν / να ξεμυαλίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεμυάλιζε / ξεμυάλισε | — | — | ξεμυαλίζετε / ξεμυαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →