Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξενέρωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικείοανιαρός, που προκαλεί πλήξη, χωρίς παιγνιώδη διάθεση Βικιλεξικό
    • εγώ σε αυτό το μπαρ δεν ξαναπατάω, είναι εντελώς ξενέρωτο, για συνταξιούχους
  2. αυτός που έχει ξεμεθύσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξενέρωτος < ξενερώ(νω) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξενέρωτοςξενέρωτηξενέρωτο
Γενικήξενέρωτουξενέρωτηςξενέρωτου
Αιτιατικήξενέρωτοξενέρωτηξενέρωτο
Κλητικήξενέρωτεξενέρωτηξενέρωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξενέρωτοιξενέρωτεςξενέρωτα
Γενικήξενέρωτωνξενέρωτωνξενέρωτων
Αιτιατικήξενέρωτουςξενέρωτεςξενέρωτα
Κλητικήξενέρωτοιξενέρωτεςξενέρωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →