ξενέρωτος
•
- οικείοανιαρός, που προκαλεί πλήξη, χωρίς παιγνιώδη διάθεση Βικιλεξικό
- εγώ σε αυτό το μπαρ δεν ξαναπατάω, είναι εντελώς ξενέρωτο, για συνταξιούχους
- αυτός που έχει ξεμεθύσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενέρωτος < ξενερώ(νω) + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενέρωτος | ξενέρωτη | ξενέρωτο |
| Γενική | ξενέρωτου | ξενέρωτης | ξενέρωτου |
| Αιτιατική | ξενέρωτο | ξενέρωτη | ξενέρωτο |
| Κλητική | ξενέρωτε | ξενέρωτη | ξενέρωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενέρωτοι | ξενέρωτες | ξενέρωτα |
| Γενική | ξενέρωτων | ξενέρωτων | ξενέρωτων |
| Αιτιατική | ξενέρωτους | ξενέρωτες | ξενέρωτα |
| Κλητική | ξενέρωτοι | ξενέρωτες | ξενέρωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →