Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξενερώνω

ρήμα
•
  1. συνέρχομαι από μεθύσι ή από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, επανέρχομαι σε νηφάλια κατάσταση Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάχάνω κάθε διάθεση ευθυμίας ή ευχαρίστησης λόγω κάποιου ξαφνικού γεγονότος Βικιλεξικό
    • μεταστρέφω θετική γνώμη συνήθως λόγω δυσαρέσκειας

Ετυμολογία

ξενερώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξενερώνω < ξε- + νερώνω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →