Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξενοδοχειακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με ξενοδοχείο Βικιλεξικό
    • ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις

Ετυμολογία

ξενοδοχειακός < ξενοδοχείο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξενοδοχειακόςξενοδοχειακήξενοδοχειακό
Γενικήξενοδοχειακούξενοδοχειακήςξενοδοχειακού
Αιτιατικήξενοδοχειακόξενοδοχειακήξενοδοχειακό
Κλητικήξενοδοχειακέξενοδοχειακήξενοδοχειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξενοδοχειακοίξενοδοχειακέςξενοδοχειακά
Γενικήξενοδοχειακώνξενοδοχειακώνξενοδοχειακών
Αιτιατικήξενοδοχειακούςξενοδοχειακέςξενοδοχειακά
Κλητικήξενοδοχειακοίξενοδοχειακέςξενοδοχειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →