Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξενομανής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που θαυμάζει ξένα ήθη και έθιμα Βικιλεξικό
  2. που μιμείται ξένους τρόπους ζωής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξενομανής < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξενομανήςξενομανήςξενομανές
Γενικήξενομανούςξενομανούςξενομανούς
Αιτιατικήξενομανήξενομανήξενομανές
Κλητικήξενομανή / ξενομανήςξενομανήςξενομανές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξενομανείςξενομανείςξενομανή
Γενικήξενομανώνξενομανώνξενομανών
Αιτιατικήξενομανείςξενομανείςξενομανή
Κλητικήξενομανείςξενομανείςξενομανή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →