Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξενομανία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο υπερβολικός θαυμασμός ξένων ηθών και εθίμων Βικιλεξικό
  2. η μίμηση ξένων τρόπων ζωής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξενομανία < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξενομανία. Συγχρονικά αναλύεται σε ξενο- + -μανία. Ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί το ρήμα ξενομανῶ.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξενομανίαξενομανίες
Γενικήξενομανίαςξενομανιών
Αιτιατικήξενομανίαξενομανίες
Κλητικήξενομανίαξενομανίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →