ξενομανία
•
- ο υπερβολικός θαυμασμός ξένων ηθών και εθίμων Βικιλεξικό
- η μίμηση ξένων τρόπων ζωής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξενομανία < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξενομανία. Συγχρονικά αναλύεται σε ξενο- + -μανία. Ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί το ρήμα ξενομανῶ.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξενομανία | ξενομανίες |
| Γενική | ξενομανίας | ξενομανιών |
| Αιτιατική | ξενομανία | ξενομανίες |
| Κλητική | ξενομανία | ξενομανίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →