ξεντύνω
•
- βγάζω τα ρούχα κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεντύνω < ξε- + ντύνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεντύνω | ξεντύνεις | ξεντύνει | ξεντύνουμε | ξεντύνετε | ξεντύνουν / ξεντύνουνε |
| Παρατατικός | ξέντυνα | ξέντυνες | ξέντυνε | ξεντύναμε | ξεντύνατε | ξέντυναν / ξεντύναν / ξεντύνανε |
| Αόριστος | ξέντυσα | ξέντυσες | ξέντυσε | ξεντύσαμε | ξεντύσατε | ξέντυσαν / ξεντύσαν / ξεντύσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεντύνω / θα ξεντύσω | θα ξεντύνεις / θα ξεντύσεις | θα ξεντύνει / θα ξεντύσει | θα ξεντύνουμε / θα ξεντύσουμε | θα ξεντύνετε / θα ξεντύσετε | θα ξεντύνουν / θα ξεντύνουνε / θα ξεντύσουν / θα ξεντύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεντύσει | έχεις ξεντύσει | έχει ξεντύσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεντύσει | είχες ξεντύσει | είχε ξεντύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεντύσει / να ξεντύνω / να ξεντύσω | να έχεις ξεντύσει / να ξεντύνεις / να ξεντύσεις | να έχει ξεντύσει / να ξεντύνει / να ξεντύσει | να ξεντύνουμε / να ξεντύσουμε | να ξεντύνετε / να ξεντύσετε | να ξεντύνουν / να ξεντύνουνε / να ξεντύσουν / να ξεντύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ξεντυμένο / ξέντυνε / ξέντυσε | — | — | ξεντύνετε / ξεντύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεντύθηκαξεντύνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →