Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεπέρασμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η υπερκέραση ενός εμποδίου, μιας δύσκολης κατάστασης Βικιλεξικό
    • Το ξεπέρασμα της οκονομικης κρίσης
  2. η υπέρβαση, η ενέργεια του να ξεπερνάς κάποιον ή κάτι, και να προπορεύεσαι σε έναν τομέα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεπέρασμα < ξεπερνώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεπέρασμαξεπεράσματα
Γενικήξεπεράσματοςξεπερασμάτων
Αιτιατικήξεπέρασμαξεπεράσματα
Κλητικήξεπέρασμαξεπεράσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →