ξεπέρασμα
•
- η υπερκέραση ενός εμποδίου, μιας δύσκολης κατάστασης Βικιλεξικό
- Το ξεπέρασμα της οκονομικης κρίσης
- η υπέρβαση, η ενέργεια του να ξεπερνάς κάποιον ή κάτι, και να προπορεύεσαι σε έναν τομέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεπέρασμα < ξεπερνώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεπέρασμα | ξεπεράσματα |
| Γενική | ξεπεράσματος | ξεπερασμάτων |
| Αιτιατική | ξεπέρασμα | ξεπεράσματα |
| Κλητική | ξεπέρασμα | ξεπεράσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →