ξεπερασμένος
•
- παρωχημένος ή που πρόσφατα έμεινε πίσω, καθώς τον ξεπέρασαν οι εξελίξεις Βικιλεξικό
- ξεπερασμένος νόμος, ξεπερασμένη γλώσσα, τακτική, στρατηγική, ιδεολογία
- που έχει μείνει πίσω στον τομέα του (όπως η τέχνη) Βικιλεξικό
- Ο Κώστας, ό,τι είχε να δώσει στην επιχείρηση το έδωσε, είναι πια ξεπερασμένος.
Ετυμολογία
ξεπερασμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεπερνάω / ξεπερνώ
Άλλοι τύποι
ξεπερασμέναξεπερασμένεξεπερασμένεςξεπερασμένηξεπερασμένηςξεπερασμένοξεπερασμένοιξεπερασμένοςξεπερασμένουξεπερασμένουςξεπερασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →