Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ντεμοντέ

/de.moˈde/επίθετο
•
  1. αρνητική σημασίαο εκτός μόδας, o παλιομοδίτικος Βικιλεξικό
    • ντεμοντέ ρούχα
    • Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. αρνητική σημασίαο ξεπερασμένος, ο απαρχαιωμένος Βικιλεξικό
    • ντεμοντέ αντιλήψεις

Ετυμολογία

ντεμοντέ < απροσάρμοστο (λόγιο δάνειο) γαλλική démodé

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →