ξεπετάγομαι
•
- μεγαλώνω, μπορώ πια να περπατήσω (για νήπια) ή πάω πια στο σχολείο ή είμαι πλέον έφηβος, μοιάζω γυναίκα ή άνδρας αντίστοιχα Βικιλεξικό
- πετάγομαι αιφνιδιαστικά χωρίς να με περιμένουν Βικιλεξικό
- Ξεπετάχτηκε τρομαγμένη και κοίταξε γύρω. (Πηνελόπη Δέλτα (1921) Το γραφτό [διήγημα])
Ετυμολογία
ξεπετάγομαι < ξεπετώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεπετάγομαι | ξεπετάγεσαι | ξεπετάγεται | ξεπεταγόμαστε | ξεπετάγεστε | ξεπετάγονται |
| Παρατατικός | ξεπεταγόμουν / ξεπεταγόμουνα | ξεπεταγόσουν / ξεπεταγόσουνα | ξεπεταγόταν / ξεπεταγότανε | ξεπεταγόμασταν / ξεπεταγόμαστε | ξεπεταγόσασταν / ξεπεταγόσαστε | ξεπετάγονταν / ξεπεταγόντουσαν |
| Αόριστος | ξεπετάχτηκα | ξεπετάχτηκες | ξεπετάχτηκε | ξεπεταχτήκαμε | ξεπεταχτήκατε | ξεπετάχτηκαν / ξεπεταχτήκαν / ξεπεταχτήκανε |
| Μέλλοντας | θα ξεπετάγομαι / θα ξεπεταχτώ | θα ξεπετάγεσαι / θα ξεπεταχτείς | θα ξεπετάγεται / θα ξεπεταχτεί | θα ξεπεταγόμαστε / θα ξεπεταχτούμε | θα ξεπετάγεστε / θα ξεπεταχτείτε | θα ξεπετάγονται / θα ξεπεταχτούν / θα ξεπεταχτούνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεπεταχτεί | έχεις ξεπεταχτεί | έχει ξεπεταχτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεπεταχτεί | είχες ξεπεταχτεί | είχε ξεπεταχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεπεταχτεί / να ξεπετάγομαι / να ξεπεταχτώ | να έχεις ξεπεταχτεί / να ξεπετάγεσαι / να ξεπεταχτείς | να έχει ξεπεταχτεί / να ξεπετάγεται / να ξεπεταχτεί | να ξεπεταγόμαστε / να ξεπεταχτούμε | να ξεπετάγεστε / να ξεπεταχτείτε | να ξεπετάγονται / να ξεπεταχτούν / να ξεπεταχτούνε |
| Προστακτική | — | ξεπετάγου / ξεπετάξου | — | — | ξεπετάγεστε / ξεπεταχτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →